Σε ασφυκτικό κλοιό εισέρχονται οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις καθώς το ενεργειακό κόστος επανέρχεται με ένταση στο προσκήνιο. Από τη μία, η άνοδος στις τιμές φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων αυξάνει το κόστος λειτουργίας και περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης των επιβαρύνσεων. Από την άλλη, η μετακύλιση μέρους αυτών των αυξήσεων στις τελικές τιμές συναντά μια αγορά με μειωμένη αγοραστική δύναμη και συγκρατημένη ζήτηση.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος όπου ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερο κόστος, ανατιμήσεις, χαμηλότερη κατανάλωση και τελικά πίεση στον τζίρο των επιχειρήσεων ναρκοθετούν το μέλλον.
Ειδικά, για τις μικρές επιχειρήσεις, που διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια χρηματοδότησης και μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσουν ένα νέο ενεργειακό σοκ, η εξίσωση γίνεται ακόμη δυσκολότερη.
Νέος γύρος ενεργειακής αβεβαιότητας
Στο μεταξύ, το ενεργειακό περιβάλλον που διαμορφώνεται στην Ευρώπη προκαλεί ήδη προβληματισμό στην αγορά. Κατά την παρουσίαση, μάλιστα, των μελετών του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης για τις «Ενεργειακές Τάσεις στην Ελλάδα – Α΄ Οκτάμηνο 2026», ο πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής του ΙΕΝΕ Κωστής Σταμπολής παραλλήλισε τη σημερινή συγκυρία με την ενεργειακή κρίση του 1973-1974, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η σημερινή κατάσταση εμφανίζει μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.
Οι πιέσεις δεν αφορούν πλέον μόνο μία ενεργειακή αγορά, αλλά εκδηλώνονται ταυτόχρονα στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο και συνδέονται με τις γεωπολιτικές και πολεμικές αναταράξεις.
Ο ίδιος εξέφρασε την ανησυχία ότι η αγορά μπορεί να βρίσκεται στην αρχή μιας δεύτερης και δυσκολότερης φάσης της ενεργειακής κρίσης, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού.
Για την Ευρώπη, ωστόσο, η πρόκληση δεν είναι μόνο η επάρκεια φυσικού αερίου. Η διεύρυνση των προμηθειών LNG έχει αυξήσει τις εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, όμως το κόστος παραμένει το μεγάλο «αγκάθι» για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυρίως για τη βιομηχανία.
Η απόσταση μεταξύ των ευρωπαϊκών τιμών φυσικού αερίου και των αντίστοιχων τιμών στις ΗΠΑ αποτυπώνει, άλλωστε, ένα διαρκές μειονέκτημα για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Και όπως επισημάνθηκε κατά την παρουσίαση του ΙΕΝΕ, η αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων LNG στην παγκόσμια αγορά δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη επιστροφή στο περιβάλλον φθηνού φυσικού αερίου που υπήρχε πριν από την ενεργειακή κρίση.
Το φυσικό αέριο ξαναπιέζει το ρεύμα
Στην ελληνική αγορά, η εξέλιξη των τιμών φυσικού αερίου έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω του ρόλου του καυσίμου στην ηλεκτροπαραγωγή.
Με την τιμή του φυσικού αερίου να κινείται γύρω από τα 80 ευρώ/MWh και την ετήσια μεταβολή να ξεπερνά το 150%, οι πιέσεις μεταφέρονται αναπόφευκτα και στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα όταν η συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα παραμένει υψηλή.
Η εικόνα της Αγοράς Επόμενης Ημέρας είναι χαρακτηριστική. Για την 21η Σεπτεμβρίου, η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς διαμορφώθηκε στα 181,18 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 30.90% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα.
Η μεταβλητότητα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τους επαγγελματικούς καταναλωτές, καθώς η χονδρεμπορική αγορά αποτελεί έναν από τους βασικούς κρίκους στη διαμόρφωση του τελικού ενεργειακού κόστους.
Η ενεργειακή επιβάρυνση περνά στην επιχείρηση
Την ίδια ώρα, τα στοιχεία της ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ δείχνουν ότι το ενεργειακό κόστος έχει ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στη λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, το 73,3% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι πλήρωσε ακριβότερα την ηλεκτρική ενέργεια σε σχέση με το 2025, ενώ το 73,2% κατέγραψε υψηλότερο κόστος καυσίμων. Ακόμη μεγαλύτερο, στο 77,5%, ήταν το ποσοστό όσων δήλωσαν αύξηση στις τιμές των πρώτων υλών και προμηθειών.
Σε μεσοσταθμικούς όρους, η επιβάρυνση ανήλθε σε 26% για την ηλεκτρική ενέργεια, 27,8% για τα καύσιμα και 24,8% για τις πρώτες ύλες και προμήθειες. Πρόκειται για αυξήσεις που δύσκολα μπορούν να απορροφηθούν στο σύνολό τους από μια μικρή επιχείρηση.
Το κόστος γίνεται ανατίμηση
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το 40,3% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων προχώρησε σε αυξήσεις τιμών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ μόλις το 7,2% προχώρησε σε μειώσεις.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικές είναι οι προσδοκίες για το δεύτερο εξάμηνο. Το 27,2% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι θα αυξήσει τις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς αδυνατεί να απορροφήσει το αυξημένο κόστος, ενώ μόλις 5,5% προβλέπει μειώσεις.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις αυτές, έως το τέλος του έτους ένα σημαντικό τμήμα των μικρών επιχειρήσεων θα έχει προχωρήσει σε τουλάχιστον μία ανατίμηση.
Το ενεργειακό κόστος, επομένως, λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός μετάδοσης πληθωριστικών πιέσεων από την ενέργεια στην πραγματική οικονομία.
Η ζήτηση
Η άλλη πλευρά της εξίσωσης είναι η κατανάλωση. Οι επιχειρήσεις που αυξάνουν τις τιμές προκειμένου να καλύψουν το κόστος τους βρίσκονται αντιμέτωπες με καταναλωτές που καλούνται να διαχειριστούν ακριβότερο ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, τρόφιμα και υπηρεσίες.
Έτσι, η άνοδος του ενεργειακού κόστους δεν σταματά στην επιχείρηση. Μεταφέρεται στις μεταφορές, στην εφοδιαστική αλυσίδα, στις πρώτες ύλες και τελικά στην τελική τιμή.
Η ζήτηση πιέζεται και ο τζίρος των επιχειρήσεων δέχεται νέο πλήγμα. Τα στοιχεία του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης αποτυπώνουν αυτή την πλευρά της εξίσωσης. Όπως έχει αναφέρει το αυξημένο λειτουργικό κόστος και η μειωμένη ζήτηση λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, με το 48% να αναφέρει συρρίκνωση τζίρου, το 27% αναβολή επενδύσεων εκσυγχρονισμού και το 10% μείωση παραγωγής.
Με άλλα λόγια, η ενεργειακή πίεση δεν περιορίζεται στην τιμή ενός λογαριασμού. Επηρεάζει αποφάσεις για επενδύσεις, παραγωγή, τιμές και τελικά τον ίδιο τον κύκλο εργασιών.
«Ενεργειακή ασπίδα» ζητούν οι μικρομεσαίοι
Μπροστά σε αυτή την εικόνα, οι εκπρόσωποι της αγοράς αυξάνουν την πίεση για στοχευμένες παρεμβάσεις.
Ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς ζητά, με ανακοίνωσή του, τη δημιουργία μιας «ενεργειακής ασπίδας» για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, προτείνοντας κλιμακωτή επιδότηση ηλεκτρικής ενέργειας, μεγαλύτερη προστασία των μικρών επαγγελματικών παροχών, ειδική στήριξη ενεργοβόρων μικρών επιχειρήσεων και παρεμβάσεις στο κόστος επαγγελματικών μεταφορών.
Παράλληλα, προτείνει ένα ειδικό και απλοποιημένο πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, αλλά και έναν μόνιμο μηχανισμό ενεργειακής προστασίας που θα μπορεί να ενεργοποιείται όταν οι τιμές υπερβαίνουν συγκεκριμένα επίπεδα.
Ο πρόεδρος του ΕΣΠ Θοδωρής Καπράλος υποστηρίζει ότι η μικρή επιχείρηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα ίδια κριτήρια με μια μεγάλη επιχείρηση όταν εκδηλώνεται ένα ενεργειακό σοκ, ζητώντας στοχευμένα μέτρα και όχι οριζόντιες παρεμβάσεις.
Το αίτημα έχει διπλό στόχο: να περιοριστεί η επιβάρυνση της ίδιας της επιχείρησης και ταυτόχρονα να περιοριστεί η μετακύλιση του κόστους στις τελικές τιμές.
ΕΕΑ: Το ενεργειακό κόστος απειλεί τη βιωσιμότητα
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η παρέμβαση του προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννη Χατζηθεοδοσίου.
Όπως επισημαίνει, η άνοδος των τιμών πετρελαίου και καυσίμων μεταφέρεται στο κόστος μεταφοράς και από εκεί στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πλέον πρακτικό: πώς μπορεί μια μικρή επιχείρηση να απορροφήσει νέες αυξήσεις στο κόστος, όταν ταυτόχρονα η κατανάλωση βρίσκεται υπό πίεση;
Ο φούρνος, το εστιατόριο, το καθαριστήριο, το μικρό εργαστήριο και το εμπορικό κατάστημα έχουν περιορισμένα περιθώρια προσαρμογής. Η αύξηση των τιμών μπορεί να προστατεύει προσωρινά το περιθώριο κέρδους, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να περιορίζει τη ζήτηση.