«Γαντζώνονται» οι τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς στην Ελλάδα πάνω από τα 150 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τις δύο πρώτες εργάσιμες ημέρες του Αυγούστου και συγκεκειμένα στις 3 και 4 του μήνα. Ουσιαστικά, η ελληνική αγορά αρχίζει να αισθάνεται ολοένα και πιο έντονα τις πιέσεις που εξαπλώνονται στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Χθες η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας κατέγραψε άνοδο 57,46%, διαμορφούμενη στα 153,96 ευρώ/MWh, ενώ για σήμερα αυξάνεται περαιτέρω στα 155,03 ευρώ/MWh. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα των βραδινών ωρών, όταν η τιμή εκτινάσσεται έως τα 339,89 ευρώ/MWh, αντανακλώντας την αυξημένη εξάρτηση του συστήματος από τις ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου.
Η υποχώρηση της έντασης των ανέμων περιορίζει την παραγωγή των αιολικών πάρκων και οδηγεί σε μεγαλύτερη συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα, η οποία σήμερα φθάνει το 35%. Κια βέβαια στο φόντο τιμών κοντα στον κόμβο TTF πάνω από τα 58 ευρώ/MWh. Ευτυχώς οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας εξακολουθούν ως "ανάχωμα" στο κύμα αύξησης της ΝΑ Ευρώπης, να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, με ποσοστό 48,97%, ενώ τα μεγάλα υδροηλεκτρικά συνεισφέρουν 6,77%.
Υπενθυμίζεται ότι πίσω από τις νέες ανατιμήσεις στην Κεντρική και ΝΑ Ευρώπη με την οποία έστω κι ανεπαρκώς είμαστε διασυνδεδεμένοι, βρίσκεται ο συνδυασμός παρατεταμένης ξηρασίας, ιστορικά χαμηλών υδάτινων αποθεμάτων και των σοβαρών προβλημάτων λειτουργίας πυρηνικών μονάδων στην Κεντρική Ευρώπη, εξελίξεις που αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού.
Η πυρηνική κρίση μεταδίδει πιέσεις στις αγορές
Η Ελλάδα, πάντβς, παρακολουθεί με αυξημένη προσοχή τις εξελίξεις που εκτυλίσσονται στην ευρύτερη περιοχή, καθώς η απώλεια περίπου του 40% της διαθέσιμης πυρηνικής ισχύος σε Ρουμανία και Ουγγαρία δημιουργεί ισχυρό έλλειμμα ηλεκτροπαραγωγής.
Η δραματική πτώση της στάθμης του Δούναβη δυσχεραίνει την ψύξη των πυρηνικών αντιδραστήρων, οδηγώντας σε περιορισμό ή ακόμη και αναστολή λειτουργίας μονάδων, με αποτέλεσμα να αφαιρούνται από το ευρωπαϊκό σύστημα περισσότερα από 4 GW διαθέσιμης ισχύος.
Η εικόνα αυτή έχει ήδη προκαλέσει εκρηκτικές διακυμάνσεις στις τιμές ηλεκτρισμού σε αρκετές αγορές της περιοχής.
Βραδινές εκρήξεις τιμών έως και 700 ευρώ/MWh
Παρότι η μέση τιμή στην Ελλάδα παραμένει αισθητά χαμηλότερη από πολλές ευρωπαϊκές αγορές, οι βραδινές αιχμές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη κινούνται πλέον σε πρωτοφανή επίπεδα.
Στη Βουλγαρία η μέση τιμή διαμορφώνεται στα 157,03 ευρώ/MWh, με ανώτατη τιμή 339,89 ευρώ/MWh.
Στη Ρουμανία η μέση τιμή φθάνει τα 188,24 ευρώ/MWh, ενώ οι βραδινές ώρες ξεπερνούν τα 569 ευρώ/MWh.
Η Ουγγαρία κινείται στα 186,9 ευρώ/MWh, με μέγιστη τιμή περίπου 546 ευρώ/MWh.
Ακόμη υψηλότερες είναι οι τιμές στην Ιταλία, τη Σλοβακία, την Κροατία και τη Σλοβενία. Ειδικά στη Σλοβενία η βραδινή αιχμή αγγίζει τα 710,73 ευρώ/MWh, ενώ στην Κροατία φθάνει τα 675,13 ευρώ/MWh. Στη ζώνη υψηλών πιέσεων έχει εισέλθει ακόμη και η Αυστρία, η οποία συνήθως παραμένει εκτός των περιφερειακών κρίσεων.
Οι λιανικές τιμές στην Ελλάδα παραμένουν ανταγωνιστικές
Παρά την έντονη άνοδο, όμως, το τελευταίο διάστημα της χονδρεμπορικής αγοράς, η εικόνα για τα νοικοκυριά εξακολουθεί να είναι καλύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με τον δείκτη Household Energy Price Index (HEPI) για τον Ιούλιο, η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα διαμορφώθηκε στα 24,42 λεπτά ανά κιλοβατώρα, χαμηλότερα τόσο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (26,08 λεπτά/kWh) όσο και από τον μέσο όρο των 33 ευρωπαϊκών πρωτευουσών που συμμετέχουν στην έρευνα (25,02 λεπτά/kWh).
Οι υψηλότερες τιμές καταγράφονται στις Βρυξέλλες, το Δουβλίνο, τη Βέρνη, το Βερολίνο και την Πράγα, ενώ στις χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται το Κίεβο, η Βουδαπέστη, η Ποντγκόριτσα και το Βελιγράδι.
Και η μελέτη αυτή αποδίδει τις τελευταίες αυξήσεις στην αναζωπύρωση των τιμών φυσικού αερίου, στην αυξημένη ζήτηση λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και στις γεωπολιτικές αβεβαιότητες που εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις ευρωπαϊκές ενεργειακές αγορές.
Το βλέμμα στις επόμενες ημέρες
Όπωβς φαίνεται η ελληνική αγορά εξακολουθεί προς το παρόν να εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από άλλες χώρες της περιοχής. Ωστόσο, η συνέχιση της ξηρασίας, η παραμονή εκτός λειτουργίας των πυρηνικών μονάδων και η ενδεχόμενη επέκταση των προβλημάτων στη Βουλγαρία μπορούν να μεταβάλουν γρήγορα την εικόνα.
Εάν οι εξαγωγικές ανάγκες προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη αυξηθούν περαιτέρω, η ελληνική αγορά δύσκολα θα μείνει ανεπηρέαστη, καθώς η αυξημένη ζήτηση για εγχώρια παραγωγή θα συμπαρασύρει προς τα πάνω και τις τιμές χονδρικής.