Στην κατασκευή της νέας ενεργειακής «αρτηρίας» στη Δυτική Μακεδονία προχωρά ο ΔΕΣΦΑ, προκειμένου να συνδέσει την Πτολεμαΐδα V με το εθνικό σύστημα φυσικού αερίου και να εξασφαλίσει την τροφοδοσία της μονάδας μετά τη μετατροπή της από λιγνίτη σε φυσικό αέριο.
Πρόκειται για τον νέο αγωγό υψηλής πίεσης Κομνηνά – Πτολεμαΐδα V, συνολικού μήκους περίπου 11,55 χιλιομέτρων, ο οποίος σχεδιάζεται ως υποκλάδος του αγωγού Δυτικής Μακεδονίας του ΔΕΣΦΑ. Η υλοποίησή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς συνδέεται άμεσα με το χρονοδιάγραμμα της επένδυσης της ΔΕΗ για τη νέα εποχή της Πτολεμαΐδας V.
Το έργο βρίσκεται πλέον στο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Σύμφωνα με τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία τίθεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 11 Σεπτεμβρίου, προβλέπεται η επέκταση των υφιστάμενων περιβαλλοντικών όρων του αγωγού Δυτικής Μακεδονίας, ώστε να συμπεριληφθεί και η νέα σύνδεση προς τον σταθμό ηλεκτροπαραγωγής.
Η νέα υποδομή θα ξεκινά από τις εγκαταστάσεις του ΔΕΣΦΑ στα Κομνηνά του Δήμου Εορδαίας, στο σημείο όπου καταλήγει ο κλάδος Δυτικής Μακεδονίας του ΕΣΦΑ, και θα φτάνει μέχρι τις εγκαταστάσεις της Πτολεμαΐδας V.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει δύο επιμέρους τμήματα. Το μεγαλύτερο θα έχει διάμετρο 30 ιντσών και μήκος περίπου 11,07 χλμ., συνδέοντας τον νέο σταθμό αποστολής ξέστρου στα Κομνηνά με τον σταθμό παραλαβής και τον νέο μετρητικό σταθμό.
Από εκεί θα ξεκινά δεύτερο τμήμα, διαμέτρου 12 ιντσών και μήκους περίπου 500 μέτρων, το οποίο θα καταλήγει σε νέο βαλβιδοστάσιο εντός της Πτολεμαΐδας V.
Μαζί με το υπόγειο δίκτυο προβλέπεται να κατασκευαστούν οι αναγκαίες συνοδευτικές εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων δύο σταθμοί ξέστρου, ένας μετρητικός σταθμός και ένα βαλβιδοστάσιο.
Υποδομή έτοιμη και για 100% υδρογόνο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο νέος αγωγός δεν σχεδιάζεται αποκλειστικά για τις σημερινές ανάγκες φυσικού αερίου. Οι τεχνικές προδιαγραφές προβλέπουν ότι θα είναι εξαρχής συμβατός με τη μεταφορά υδρογόνου, είτε σε μείγμα με φυσικό αέριο είτε ακόμη και σε ποσοστό 100%.
Με αυτόν τον τρόπο, η νέα σύνδεση εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό για τη δημιουργία υποδομών στη Δυτική Μακεδονία που θα μπορούν σταδιακά να υποστηρίξουν νέα καύσιμα και να παραμείνουν αξιοποιήσιμες σε ένα ενεργειακό σύστημα χαμηλότερων εκπομπών.
Παράλληλα, η προσθήκη του νέου κλάδου ενισχύει τις υποδομές του ΕΣΦΑ στη Δυτική Μακεδονία, σε μια περιοχή όπου βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η μετάβαση από το λιγνιτικό μοντέλο σε ένα νέο παραγωγικό και ενεργειακό μίγμα.
Αγώνας δρόμου πριν από το 2027
Το χρονοδιάγραμμα αποτελεί ίσως το κρισιμότερο στοιχείο του έργου. Η κατασκευή του αγωγού υπολογίζεται ότι θα διαρκέσει περίπου έναν χρόνο, ενώ κατά την κορύφωση των εργασιών εκτιμάται ότι θα απασχοληθούν έως 200 εργαζόμενοι.
Το σχετικά περιορισμένο μήκος επιτρέπει ταχύτερη υλοποίηση, ωστόσο η πίεση για έγκαιρη ολοκλήρωση προκύπτει κυρίως από τον ρόλο που θα διαδραματίσει ο αγωγός στη μετατροπή της Πτολεμαΐδας V.
Η νέα μονάδα φυσικού αερίου σχεδιάζεται να περάσει σε δύο διαδοχικά στάδια λειτουργίας. Η πρώτη φάση, σε διάταξη ανοικτού κύκλου (OCGT), τοποθετείται στα τέλη του 2027, ενώ η δεύτερη φάση, με τη μετάβαση σε μονάδα συνδυασμένου κύκλου (CCGT), προβλέπεται να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2029.
Αυτό σημαίνει ότι η σύνδεση με το δίκτυο φυσικού αερίου θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εγκαίρως πριν από την έναρξη της πρώτης φάσης, καθιστώντας τον αγωγό ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα για να τηρηθεί το συνολικό πρόγραμμα της επένδυσης.
Η επένδυση των 400-420 εκατ. ευρώ της ΔΕΗ
Η κατασκευή του αγωγού έρχεται να «κουμπώσει» με το μεγάλο project μετατροπής της Πτολεμαΐδας V, μέσω του οποίου η ΔΕΗ επιχειρεί να δώσει νέα ζωή στη νεότερη λιγνιτική μονάδα της χώρας μετά την απόσυρση του λιγνίτη.
Η επένδυση για τη μετατροπή της μονάδας σε φυσικό αέριο υπολογίζεται σε 400-420 εκατ. ευρώ, ενώ η σχετική σύμβαση εκτέλεσης με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ υπεγράφη στις 24 Μαρτίου 2026.
Η δημιουργία της νέας σύνδεσης Κομνηνά – Πτολεμαΐδα V αποτελεί επομένως κομβικό κρίκο του σχεδιασμού, αφενός γιατί εξασφαλίζει το καύσιμο που απαιτείται για τη νέα μορφή λειτουργίας της μονάδας και αφετέρου γιατί δημιουργεί μία υποδομή με δυνατότητα μελλοντικής αξιοποίησης του υδρογόνου.
Σε συνδυασμό με τον αγωγό Δυτικής Μακεδονίας και τις υπόλοιπες ενεργειακές επενδύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στην περιοχή, το έργο εντάσσεται στη συνολικότερη αναδιάταξη του ενεργειακού χάρτη της Δυτικής Μακεδονίας, καθώς η περιοχή περνά σταδιακά από την εποχή του λιγνίτη σε ένα νέο μοντέλο παραγωγής και υποδομών.