Οι δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη από το Σάλτσμπουργκ περιγράφουν ουσιαστικά τη νέα γραμμή της κυβέρνησης απέναντι στην ενεργειακή κρίση, περιορισμένες και στοχευμένες παρεμβάσεις στο εσωτερικό, αποφυγή μιας νέας γενικευμένης πολιτικής επιδοτήσεων και ταυτόχρονα μεταφορά της πίεσης στις Βρυξέλλες για βαθύτερες αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.
Η φράση του πρωθυπουργού ότι «δεν υπάρχουν εύκολες και μαγικές λύσεις» για τις τιμές των καυσίμων δεν αποτελεί απλώς μια διαπίστωση για τις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Αποτυπώνει ταυτόχρονα τα όρια της δημοσιονομικής πολιτικής που θέλει να ακολουθήσει η κυβέρνηση στη νέα φάση της ενεργειακής αναταραχής.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι η Ελλάδα έχει ήδη δαπανήσει μέσα στο 2026 περίπου 800 εκατ. ευρώ σε πρόσθετα μέτρα στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση, υπογραμμίζοντας όμως ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος είναι «περιορισμένος». Η δυνατότητα παρέμβασης, όπως είπε, προκύπτει από τα πρωτογενή πλεονάσματα και την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Το μήνυμα είναι αρκετά καθαρό: η κυβέρνηση δεν προετοιμάζεται, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, για επιστροφή στο μοντέλο των οριζόντιων ενεργειακών επιδοτήσεων μεγάλης κλίμακας που εφαρμόστηκε στις προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις.
Γιατί επιλέχθηκε το diesel
Η πρόσθετη κρατική επιδότηση των 10 λεπτών ανά λίτρο στο diesel για ολόκληρο τον Αύγουστο, η οποία προστίθεται στα 5 λεπτά που χρηματοδοτούν τα διυλιστήρια, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας προσέγγισης. Η συνολική έκπτωση φθάνει έτσι τα 15 λεπτά ανά λίτρο, με δημοσιονομικό κόστος περίπου 30 εκατ. ευρώ.
Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβέρνηση επέλεξε το πετρέλαιο κίνησης και όχι μια νέα οριζόντια επιδότηση όλων των καυσίμων.
Το diesel βρίσκεται στον πυρήνα της παραγωγικής και εφοδιαστικής αλυσίδας. Χρησιμοποιείται στις οδικές μεταφορές, στις επιχειρήσεις, στη διανομή προϊόντων και σε σημαντικό μέρος της επαγγελματικής δραστηριότητας. Συνεπώς, η άνοδός του δεν επιβαρύνει μόνο τον οδηγό στην αντλία αλλά μπορεί να περάσει στις τιμές ενός πολύ μεγαλύτερου αριθμού αγαθών.
Η επιλογή επομένως είναι ταυτόχρονα κοινωνική και αντιπληθωριστική.
Και υπάρχει λόγος για την ιδιαίτερη ανησυχία γύρω από το diesel. Η μέση τιμή του είχε αυξηθεί από 1,565 ευρώ/λίτρο στις 27 Φεβρουαρίου στα 1,998 ευρώ στις 23 Ιουλίου, δηλαδή κατά περίπου 27,7%, πολύ περισσότερο από την αντίστοιχη άνοδο της αμόλυβδης.
Ο Μητσοτάκης συνδέει πλέον ευθέως καύσιμα και πληθωρισμό
Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο των δηλώσεων είναι ότι ο πρωθυπουργός συνέδεσε ευθέως τη νέα ενεργειακή αναταραχή με την αναζωπύρωση του πληθωρισμού.
Η θέση του είναι ότι η υπέρβαση των προβλέψεων για τον πληθωρισμό δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο αλλά αφορά ταυτόχρονα Αυστρία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η εξήγηση που έδωσε είναι η απότομη αύξηση των τιμών των καυσίμων, η οποία μεταφέρεται σταδιακά στο γενικό επίπεδο τιμών.
Εδώ βρίσκεται και η οικονομική σημασία της φράσης περί «μαγικών λύσεων».
Η Ελλάδα είναι εισαγωγέας πετρελαίου. Μια κυβέρνηση μπορεί να μειώσει προσωρινά το κόστος που φτάνει στον καταναλωτή μέσω επιδοτήσεων ή φορολογικών παρεμβάσεων. Δεν μπορεί όμως να καθορίσει την παγκόσμια τιμή του Brent, τα περιθώρια διύλισης ή το γεωπολιτικό premium που ενσωματώνεται στις τιμές όταν απειλούνται κρίσιμες θαλάσσιες οδοί.
Γι’ αυτό και η κυβερνητική στρατηγική μετατοπίζεται από το «απορροφούμε όλη την αύξηση» στο «περιορίζουμε τις επιπτώσεις εκεί όπου είναι μεγαλύτερες».
Το δεύτερο μήνυμα αφορά το ρεύμα – και είναι ίσως σημαντικότερο
Οι δηλώσεις Μητσοτάκη δεν περιορίστηκαν όμως στα καύσιμα.
Για πρώτη φορά με τόσο σαφή τρόπο στην ίδια παρέμβαση, συνέδεσε το ζήτημα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας με τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι δεν μπορεί να υπάρχει πραγματικά ανταγωνιστική Ευρώπη όταν επιχειρήσεις και νοικοκυριά πληρώνουν την ενέργεια ακριβότερα από τους βασικούς διεθνείς ανταγωνιστές τους.
Και προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: έθεσε ζήτημα των μεγάλων αποκλίσεων τιμών μεταξύ των κρατών-μελών μέσα σε μια αγορά η οποία θεωρητικά είναι ενιαία.
Η αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα.
Η Αθήνα υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι οι ανεπαρκείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις δημιουργούν ενεργειακές «νησίδες» μέσα στην ίδια την ΕΕ. Όταν η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια δεν μπορεί να μεταφερθεί αποτελεσματικά από μια περιοχή με πλεόνασμα προς μια περιοχή με έλλειμμα, η ευρωπαϊκή αγορά παραμένει ενιαία περισσότερο στα χαρτιά παρά στις πραγματικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Γι’ αυτό ο Μητσοτάκης έθεσε δύο ζητήματα: περισσότερες διασυνδέσεις και επανεξέταση του τρόπου τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας.
Το παράδοξο των ΑΠΕ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η αναφορά του στην Ελλάδα και την Αυστρία ως χώρες που έχουν επενδύσει σημαντικά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αλλά δεν βλέπουν στον βαθμό που θα περίμεναν το όφελος να περνά στους τελικούς λογαριασμούς.
Πρόκειται ουσιαστικά για κριτική στην υφιστάμενη αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού.
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον μεγάλα διαστήματα πολύ χαμηλού κόστους παραγωγής από φωτοβολταϊκά και αιολικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως αντίστοιχη και μόνιμη πτώση της τελικής τιμής.
Οι περιορισμένες διασυνδέσεις, η ανάγκη ευέλικτης παραγωγής όταν δεν υπάρχει ήλιος ή άνεμος, το κόστος εξισορρόπησης και δικτύων και συνολικά ο μηχανισμός διαμόρφωσης των χονδρεμπορικών και λιανικών τιμών περιορίζουν το πόσο γρήγορα το χαμηλό οριακό κόστος των ΑΠΕ περνά στον καταναλωτή.
Αυτό ακριβώς φαίνεται ότι θέλει πλέον η ελληνική κυβέρνηση να μετατρέψει σε ευρωπαϊκό πολιτικό ζήτημα.
Από εισαγωγέας σε ενεργειακό διάδρομο
Το τρίτο σκέλος της παρέμβασης αφορά τη γεωπολιτική διάσταση της ενέργειας.
Ο πρωθυπουργός επανέφερε τη στρατηγική της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει μετακινηθεί από τον ρόλο του απλού εισαγωγέα φυσικού αερίου σε κεντρικό σημείο διαδρόμων τροφοδοσίας της ευρύτερης περιοχής.
Πίσω από τη συγκεκριμένη αναφορά βρίσκεται η στρατηγική των ελληνικών υποδομών LNG, των διασυνδέσεων προς Βουλγαρία και βορειότερα και του Κάθετου Διαδρόμου.
Η ενεργειακή πολιτική επομένως δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ζήτημα τιμών.
Αντιμετωπίζεται ως ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η χαρακτηριστική φράση του πρωθυπουργού ότι «η ενεργειακή ασφάλεια είναι και γεωπολιτική ασφάλεια» συμπυκνώνει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση.
Ορμούζ: εκεί βρίσκεται σήμερα το πραγματικό κλειδί των τιμών
Το ίδιο σκεπτικό εξηγεί την ιδιαίτερη αναφορά του στα Στενά του Ορμούζ.
Για την Αθήνα, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα δεν είναι μόνο ζήτημα διεθνούς δικαίου ή ελληνικής ναυτιλίας. Είναι παράμετρος που επηρεάζει άμεσα το κόστος της ενέργειας και τελικά τον ευρωπαϊκό πληθωρισμό.
Ο Μητσοτάκης συνέδεσε ευθέως τη συνεχιζόμενη ένταση στον Κόλπο με τις τιμές των καυσίμων και τάχθηκε κατά οποιωνδήποτε τελών ή δασμών που θα περιόριζαν την ελεύθερη διέλευση από τα Στενά.
Η σημερινή εικόνα των αγορών επιβεβαιώνει πόσο άμεση είναι αυτή η σύνδεση: οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν έντονα μετά την προσωρινή παύση των αμερικανοϊρανικών επιθέσεων και τις προσδοκίες ομαλοποίησης των ροών μέσω Ορμούζ.
Αυτό εξηγεί και γιατί ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε «συγκρατημένα αισιόδοξος»: μια πραγματική αποκλιμάκωση μπορεί να κάνει για τις ευρωπαϊκές τιμές καυσίμων περισσότερα από όσα μπορεί να επιτύχει μια εθνική επιδότηση μερικών λεπτών ανά λίτρο.
Η νέα ενεργειακή γραμμή σε τέσσερις άξονες
Αν αποκωδικοποιηθούν συνολικά οι δηλώσεις του Σάλτσμπουργκ, προκύπτει μια αρκετά συγκεκριμένη στρατηγική:
Πρώτον, όχι επιστροφή χωρίς όρια στις οριζόντιες επιδοτήσεις. Ο δημοσιονομικός χώρος υπάρχει αλλά θεωρείται περιορισμένος και πρέπει να χρησιμοποιείται επιλεκτικά.
Δεύτερον, στοχευμένες παρεμβάσεις εκεί όπου η ενεργειακή ακρίβεια δημιουργεί μεγαλύτερες δευτερογενείς επιπτώσεις – χαρακτηριστικό παράδειγμα το diesel και το κόστος μεταφορών.
Τρίτον, ευρωπαϊκή πίεση για περισσότερες διασυνδέσεις και αλλαγές στην αγορά ηλεκτρισμού, ώστε το όφελος από τις επενδύσεις στις ΑΠΕ να φθάνει περισσότερο στον τελικό καταναλωτή.
Τέταρτον, αντιμετώπιση των ενεργειακών υποδομών, του LNG, των διαδρόμων φυσικού αερίου και της ελεύθερης ναυσιπλοΐας ως τμήματος της γεωπολιτικής ασφάλειας της Ευρώπης.