Μενού Ροή
photovoltaic
GRS
HELIOS κατά ΣΕΦ: «Το πακέτο μέτρων λύνει το πρόβλημα των τραπεζών, όχι των μικρών παραγωγών»
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Μια ουσιαστική διαφωνία για το ποιος τελικά θα πληρώσει το κόστος της επόμενης φάσης της ενεργειακής μετάβασης αναδεικνύεται μεταξύ του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ) και του Συλλόγου Φωτοβολταϊκών Παραγωγών HELIOS.

Αφορμή αποτελεί ο οδικός χάρτης που έχει παρουσιάσει ο ΣΕΦ για την ανάπτυξη της αγοράς έως το 2030, με στόχο συνολική εγκατεστημένη ισχύ φωτοβολταϊκών 20 GW —δηλαδή περίπου 7 GW νέων έργων σε σχέση με τα περίπου 13 GW που έχουν ήδη εγκατασταθεί— παράλληλα με την ανάπτυξη περίπου 8 GW συστημάτων αποθήκευσης.

Ο HELIOS συμφωνεί ότι η αγορά εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το βασικό ζητούμενο μετατοπίζεται από την ταχύτητα εγκατάστασης νέων έργων στη βιωσιμότητα των υφιστάμενων επενδύσεων. Διαφωνεί, ωστόσο, με τη συνταγή που προτείνεται για την αντιμετώπιση του προβλήματος, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα που βρίσκονται στο τραπέζι είναι σχεδιασμένα πρωτίστως για τη διατήρηση της τραπεζικής εξυπηρέτησης των έργων και όχι για την προστασία των μικρών παραγωγών.

Όπως υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο Σύλλογος, πρόκειται για ένα «πακέτο» που μπορεί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα των τραπεζών, όχι όμως κατ’ ανάγκη το πρόβλημα των μικρών παραγωγών.

Η μεγάλη διαφωνία για τις περικοπές

Το πρώτο πεδίο αντιπαράθεσης αφορά τις ολοένα αυξανόμενες περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ.

Ο HELIOS αναγνωρίζει την ανάγκη άμεσης ενεργοποίησης του Μηχανισμού Αναδιανομής Περικοπών, θεωρεί όμως ότι η αναδιανομή της απώλειας μεταξύ των παραγωγών δεν αντιμετωπίζει το βασικό οικονομικό πρόβλημα.

Κατά την άποψή του, ένας μηχανισμός αναδιανομής μπορεί να καταστήσει δικαιότερη την κατανομή των περικοπών, δεν εξαφανίζει όμως τη συνολική ζημιά που υφίσταται η αγορά.

Γι’ αυτό ο Σύλλογος μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από την αναδιανομή στην αποζημίωση.

Η θέση του HELIOS είναι ότι πρέπει να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση για περικοπές που υπερβαίνουν το 5% της συνολικής ετήσιας παραγωγής ενός σταθμού. Με αυτή τη λογική, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να επιμεριστεί διαφορετικά η οικονομική απώλεια μεταξύ μικρών και μεγάλων παραγωγών, αλλά να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός μέσω του οποίου ένα μέρος του κόστους των περικοπών θα απορροφάται από το σύστημα.

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο HELIOS, οι περικοπές ενέργειας είχαν φτάσει περίπου τις 1.600 GWh έως τα τέλη Ιουνίου.

Κατά τον Σύλλογο, μάλιστα, οι επιπτώσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στην αγορά. Οι μικρότεροι παραγωγοί θεωρείται ότι βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση, καθώς συχνά δεν διαθέτουν ούτε συστήματα αποθήκευσης ούτε την οικονομική και τεχνική δυνατότητα να προσαρμόσουν γρήγορα τα έργα τους στις νέες συνθήκες λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος.

«Μεταφορά εσόδων από το μέλλον στο παρόν»

Η δεύτερη και ίσως σημαντικότερη ένσταση του HELIOS αφορά τα μέτρα οικονομικής στήριξης που έχουν συζητηθεί για τα φωτοβολταϊκά έργα.

Στο επίκεντρο βρίσκονται προτάσεις όπως η εμπροσθοβαρής ταρίφα, η εφαρμογή μηχανισμού clawback και η επέκταση ή αναδιάρθρωση των δανειακών συμβάσεων.

Κατά τον HELIOS, τα εργαλεία αυτά έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι περισσότερο αποτελεσματικά για επενδύσεις που διαθέτουν ήδη τραπεζική χρηματοδότηση.

Η κριτική που ασκεί ο Σύλλογος είναι ότι μια εμπροσθοβαρής ενίσχυση των εσόδων δεν αλλάζει κατ’ ανάγκη τη συνολική οικονομική απόδοση μιας επένδυσης. Μεταφέρει ουσιαστικά μέρος των μελλοντικών εσόδων στο παρόν, προκειμένου να ενισχυθούν άμεσα οι χρηματοροές και να συνεχιστεί η εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων.

Υπό αυτή την έννοια, σύμφωνα με τον HELIOS, το οικονομικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι ουδέτερο ή ακόμη και ελαφρώς αρνητικό, εάν συνυπολογιστεί το πρόσθετο κόστος τόκων που ενδέχεται να προκύψει από μια αναδιάρθρωση.

Η βασική ένσταση είναι επομένως ότι αντιμετωπίζεται ένα πρόβλημα άμεσης ρευστότητας και τραπεζικής εξυπηρέτησης χωρίς να αποκαθίσταται απαραίτητα η συνολική οικονομική βιωσιμότητα του παραγωγού.

Για έναν μικρό επενδυτή, ιδιαίτερα όταν το φωτοβολταϊκό αποτελεί σημαντική πηγή οικογενειακού εισοδήματος, η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η δυνατότητα ενός έργου να συνεχίσει να εξυπηρετεί το δάνειό του δεν ταυτίζεται, σύμφωνα με τον HELIOS, με τη δυνατότητα του ιδιοκτήτη του να διατηρήσει ένα επαρκές εισόδημα από την επένδυσή του.

Η διαφωνία για τη «διπλή ενίσχυση»

Ένα ακόμη σημείο τριβής αφορά τη δυνατότητα χρηματοδοτικής στήριξης για την εγκατάσταση μπαταριών σε μικρά φωτοβολταϊκά.

Το επιχείρημα που έχει διατυπωθεί από την πλευρά του ΣΕΦ είναι ότι η επιδότηση συστήματος αποθήκευσης σε έργα τα οποία ήδη απολαμβάνουν λειτουργική ενίσχυση θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να δημιουργήσει ζήτημα διπλής κρατικής ενίσχυσης.

Ο HELIOS δεν απορρίπτει τη νομική και κανονιστική βάση του επιχειρήματος, υποστηρίζει όμως ότι πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια και συμμετρικά.

Θέτει, έτσι, το ερώτημα γιατί η ίδια αυστηρή προσέγγιση δεν κυριαρχεί στη συζήτηση για νέα έργα ΑΠΕ με ενσωματωμένη αποθήκευση και συμβάσεις επί διαφοράς (CfD), ή για σχήματα εμπροσθοβαρούς ενίσχυσης των εσόδων.

Η θέση του Συλλόγου είναι ότι, εφόσον η αποφυγή της διπλής κρατικής ενίσχυσης αποτελεί θεμελιώδη κανόνα, αυτός θα πρέπει να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως μεγέθους και κατηγορίας επενδυτή.

Οι μπαταρίες και το θεσμικό εμπόδιο

Παρά τις διαφωνίες, HELIOS και ΣΕΦ φαίνεται να συγκλίνουν σε ένα κρίσιμο σημείο: η αποθήκευση αποτελεί βασικό εργαλείο για τον περιορισμό των επιπτώσεων από τις περικοπές.

Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οι μικροί παραγωγοί θα αποκτήσουν πραγματική πρόσβαση σε αυτή.

Ο HELIOS εστιάζει στις προβλέψεις των παραγράφων 11Α και 11Β του άρθρου 10 του Ν. 4685/2020, όπως έχει τροποποιηθεί, και ζητά αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των μπαταριών που εγκαθίστανται δίπλα σε μικρά φωτοβολταϊκά πάρκα.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Συλλόγου, το σημερινό καθεστώς περιορίζει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις τη δυνατότητα φόρτισης της μπαταρίας αποκλειστικά από τον συνοδό σταθμό ΑΠΕ, ενώ διαφορετικό καθεστώς επιτρέπει φόρτιση και εκφόρτιση από το δίκτυο υπό συγκεκριμένους περιορισμούς και χωρίς κρατική ενίσχυση.

Η πρόταση του HELIOS είναι να δημιουργηθεί η δυνατότητα μικρά φωτοβολταϊκά πάρκα να εγκαθιστούν μπαταρίες που θα μπορούν να φορτίζουν και από το δίκτυο σε ώρες χαμηλών τιμών, χωρίς αυτό να οδηγεί αυτομάτως σε απώλεια της επιλεξιμότητας του σταθμού για Σύμβαση Λειτουργικής Ενίσχυσης.

Κατά τον Σύλλογο, μια τέτοια αλλαγή δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόσθετη οικονομική ενίσχυση, αλλά ως εργαλείο ενεργειακής διαχείρισης.

Η ανάπτυξη χιλιάδων μικρών, αποκεντρωμένων μονάδων αποθήκευσης θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να προσφέρει «κατανεμημένη ευελιξία» στο ηλεκτρικό σύστημα: τη δυνατότητα, δηλαδή, να εξισορροπούνται οι διακυμάνσεις παραγωγής και ζήτησης όχι αποκλειστικά μέσω μεγάλων κεντρικών μονάδων αποθήκευσης, αλλά και μέσω ενός δικτύου μικρότερων πόρων.

Ο φόβος για μια αγορά δύο ταχυτήτων

Πίσω από την τεχνική συζήτηση για περικοπές, ταρίφες, δάνεια και μπαταρίες βρίσκεται μια ευρύτερη ανησυχία για τη νέα αρχιτεκτονική της ελληνικής αγοράς φωτοβολταϊκών.

Ο HELIOS προειδοποιεί ότι μπορεί σταδιακά να δημιουργηθεί μια αγορά δύο ταχυτήτων.

Στη μία πλευρά θα βρίσκονται οι μεγαλύτεροι επενδυτές, με ευκολότερη πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, δυνατότητα αναδιάρθρωσης χρηματοδοτήσεων, νέα έργα με CfD και κεφάλαια για επενδύσεις σε αποθήκευση.

Στην άλλη, χιλιάδες μικρότεροι παραγωγοί με υφιστάμενα έργα, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξανόμενες περικοπές και χαμηλότερα πραγματικά έσοδα χωρίς να διαθέτουν τα ίδια χρηματοδοτικά εργαλεία.

Η ανησυχία αυτή γίνεται εντονότερη όσο αυξάνεται η διείσδυση των ΑΠΕ. Η επίτευξη του στόχου των 20 GW φωτοβολταϊκών έως το 2030, σύμφωνα με τον HELIOS, δεν αρκεί από μόνη της για να χαρακτηριστεί επιτυχημένη η ενεργειακή μετάβαση, εάν παράλληλα συμπιεστεί οικονομικά ένα σημαντικό μέρος των υφιστάμενων παραγωγών.

Η δύσκολη μεταβατική περίοδος

Σημείο σύγκλισης αποτελεί η εκτίμηση ότι η αγορά βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, μέχρι να αναπτυχθούν επαρκώς τα δίκτυα, η αποθήκευση και οι νέες μορφές ευελιξίας.

Ο ΣΕΦ εκτιμά ότι η πίεση μπορεί να διαρκέσει τα επόμενα δύο έως τρία χρόνια. Ο HELIOS είναι περισσότερο απαισιόδοξος, εκτιμώντας ότι η περίοδος προσαρμογής μπορεί να φτάσει τουλάχιστον τα πέντε χρόνια.

Ακριβώς σε αυτό το χρονικό διάστημα εντοπίζεται και η ουσία της παρέμβασής του.

Ο Σύλλογος ζητά ένα μεταβατικό δίχτυ ασφαλείας ειδικά για τους μικρούς παραγωγούς, το οποίο δεν θα περιορίζεται στη διευκόλυνση της τραπεζικής χρηματοδότησης. Στο επίκεντρο τοποθετεί την αποζημίωση για υπερβολικές περικοπές, τη δυνατότητα αξιοποίησης της αποθήκευσης, την άρση θεσμικών εμποδίων και τη διαμόρφωση όρων που θα επιτρέψουν στα μικρά έργα να επιβιώσουν μέχρι να ωριμάσουν οι μεγάλες επενδύσεις σε δίκτυα και μπαταρίες.

Το ερώτημα που θέτει τελικά ο HELIOS αφορά το ίδιο το μοντέλο της επόμενης ημέρας των ΑΠΕ: όχι μόνο πόσα νέα GW θα εγκατασταθούν έως το 2030, αλλά και ποιοι θα εξακολουθούν να συμμετέχουν στην αγορά όταν ολοκληρωθεί αυτή η μετάβαση.

Για τους μικρούς παραγωγούς, η συζήτηση για τη «βιωσιμότητα» δεν μπορεί, όπως υποστηρίζουν, να εξαντλείται στην αποφυγή δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων. Πρέπει να περιλαμβάνει και την οικονομική επιβίωση των ίδιων των επενδύσεων και των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από αυτές.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας