Η απόφαση του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να προχωρήσει στη διενέργεια διεθνούς διαγωνισμού για τη χορήγηση αδειών νέων σεισμικών ερευνών στη Δυτική και Νότια Ελλάδα αποτυπώνει την επιδίωξη να ενισχυθεί η δυναμική που έχει αναπτυχθεί το τελευταίο διάστημα στον τομέα των υδρογονανθράκων και να διευρυνθεί η επενδυτική βάση της ελληνικής αγοράς.
Η πρωτοβουλία, με βάση γνώστες της αγοράς, που υλοποιείται μέσω της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ), δεν αποσκοπεί μόνο στην απόκτηση νέων γεωφυσικών δεδομένων. Στόχος είναι να προσελκύσει εξειδικευμένες διεθνείς εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην απόκτηση και επεξεργασία σεισμικών δεδομένων, οι οποίες θα χρηματοδοτήσουν οι ίδιες τις έρευνες, αναλαμβάνοντας το επενδυτικό κόστος και το επιχειρηματικό ρίσκο. Με αυτόν τον τρόπο, το Δημόσιο επιδιώκει να εμπλουτίσει τη διαθέσιμη γεωλογική πληροφορία χωρίς άμεση δημοσιονομική επιβάρυνση.
Παράλληλα, όπως τονίζεται, το ΥΠΕΝ επιδιώκει να δημιουργήσει μια οργανωμένη αγορά σεισμικών δεδομένων μη αποκλειστικής χρήσης (non-exclusive), η οποία θα επιτρέπει την αξιοποίηση των ίδιων δεδομένων από περισσότερους ενδιαφερόμενους επενδυτές. Το μοντέλο αυτό μειώνει το κόστος αξιολόγησης των ερευνητικών περιοχών για τις πετρελαϊκές εταιρείες, ενισχύει τη διαφάνεια και περιορίζει το επενδυτικό ρίσκο, καθιστώντας τις ελληνικές θαλάσσιες παραχωρήσεις πιο ανταγωνιστικές.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν θεωρείται. Η παρουσία της Chevron και της ExxonMobil στις ελληνικές έρευνες, σε συνδυασμό με το πρόγραμμα γεωτρήσεων που διαμορφώνεται για τα επόμενα χρόνια, δημιουργεί αυξημένη ζήτηση για νέα και υψηλής ποιότητας σεισμικά δεδομένα. Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η χώρα θα διαθέτει ένα σύγχρονο και συνεχώς εμπλουτιζόμενο γεωλογικό αρχείο, το οποίο θα διευκολύνει τόσο τις υφιστάμενες όσο και τις μελλοντικές επενδύσεις στον κλάδο.
Η δημιουργία, πάντως, τράπεζας δισδιάστατων και τρισδιάστατων σεισμικών δεδομένων αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής, καθώς αναμένεται να βελτιώσει την πρόσβαση των επενδυτών σε αξιόπιστες πληροφορίες για περιοχές που εκτείνονται από το Βόρειο Ιόνιο έως τις θαλάσσιες ζώνες νότια της Κρήτης. Η εκτίμηση που επικρατεί στην αγορά είναι ότι η διαθεσιμότητα ποιοτικότερων δεδομένων μπορεί να επιταχύνει τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων και να αυξήσει το ενδιαφέρον για νέες παραχωρήσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία το επίκεντρο μετατοπίζεται πλέον από τις σεισμικές έρευνες στις πρώτες μεγάλες ερευνητικές γεωτρήσεις.