Νέα παρέμβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πραγματοποίησε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, επιχειρώντας να αποδομήσει έναν από τους πιο διαδεδομένους ισχυρισμούς στη δημόσια συζήτηση για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας: ότι η Ελλάδα εξάγει φθηνή ηλεκτρική ενέργεια προς τη Βουλγαρία τις μεσημεριανές ώρες και στη συνέχεια την εισάγει ακριβότερα το βράδυ.
Με ανάρτησή του, συνοδευόμενη από στοιχεία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και του διασυνοριακού εμπορίου, ο υφυπουργός υποστηρίζει ότι η εικόνα αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, όπως σημειώνει, η Ελλάδα εμφανίζεται καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας προς τη Βουλγαρία στη συντριπτική πλειονότητα των ωρών λειτουργίας της αγοράς.
Εξαγωγές προς Βουλγαρία στο 84% των ωρών
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 η Ελλάδα εξήγαγε ηλεκτρική ενέργεια προς τη Βουλγαρία για 3.523 ώρες, έναντι μόλις 676 ωρών κατά τις οποίες οι ροές ήταν αντίστροφες. Με άλλα λόγια, η χώρα εξήγαγε ενέργεια προς τον βόρειο γείτονά της στο 84% των ωρών που εξετάζονται.
Η εικόνα αυτή καταγράφεται σε όλους σχεδόν τους μήνες του έτους, με τις εξαγωγές να υπερισχύουν τόσο κατά τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας όσο και κατά τις βραδινές ώρες, στοιχείο που -κατά τον υφυπουργό- διαψεύδει την αντίληψη ότι οι διασυνοριακές ροές συνδέονται αποκλειστικά με την υπερπαραγωγή φωτοβολταϊκών το μεσημέρι.
Η Ελλάδα φθηνότερη ή ίση με τη Βουλγαρία στο 98% των ωρών
Εξίσου αποκαλυπτικά θεωρεί ο Νίκος Τσάφος τα στοιχεία για τις τιμές στην αγορά επόμενης ημέρας.
Κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουνίου 2026, η ελληνική αγορά είχε χαμηλότερη τιμή από τη βουλγαρική σε 1.976 ώρες, ενώ στις 2.140 ώρες οι δύο αγορές κατέγραψαν ακριβώς την ίδια τιμή. Αντίθετα, η Βουλγαρία ήταν φθηνότερη μόνο σε 83 ώρες.
Αυτό σημαίνει ότι στο 98% των ωρών είτε η Ελλάδα ήταν φθηνότερη είτε οι δύο χώρες είχαν ταυτόσημη τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η Βουλγαρία εμφάνισε χαμηλότερες τιμές μόλις στο 2% των ωρών.
Το στοιχείο αυτό αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη σύζευξη των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, μέσω της οποίας οι τιμές τείνουν να εξισώνονται όταν υπάρχει διαθέσιμη διασυνοριακή δυναμικότητα μεταφοράς.
Από χρόνιο έλλειμμα σε εμπορικό πλεόνασμα
Ο υφυπουργός παρουσίασε παράλληλα στοιχεία για το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, αναδεικνύοντας τη μεταστροφή που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια.
Την περίοδο 2014-2019 η χώρα κατέγραφε σταθερά εμπορικά ελλείμματα της τάξης των 200 έως 400 εκατ. ευρώ ετησίως από τις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, το 2022 και το 2023, το έλλειμμα διευρύνθηκε σημαντικά, φτάνοντας περίπου τα 533 και 575 εκατ. ευρώ αντίστοιχα.
Η εικόνα όμως άλλαξε το 2024, όταν η Ελλάδα πέρασε για πρώτη φορά σε θετικό πρόσημο, καταγράφοντας εμπορικό πλεόνασμα 122 εκατ. ευρώ. Η τάση ενισχύθηκε περαιτέρω το 2025, με το πλεόνασμα να ανέρχεται στα 262 εκατ. ευρώ.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η επίδοση του 2026, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο υφυπουργός, το εμπορικό πλεόνασμα είχε ήδη φτάσει τα 341 εκατ. ευρώ μέχρι τον Απρίλιο, ξεπερνώντας το σύνολο του προηγούμενου έτους.