Στις αδυναμίες και τις προκλήσεις που εξακολουθούν να καταγράφονται στην ελληνική ενεργειακή αγορά δίνει έμφαση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Έκθεση του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για την Ελλάδα, στέλνοντας σαφή μηνύματα προς την Αθήνα για την πορεία της ενεργειακής μετάβασης και τη λειτουργία του κλάδου τα επόμενα χρόνια.
Αναλυτικά, στην έκθεσή της με τις συστάσεις για το 2026, η Κομισιόν διαπιστώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο, ενώ οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σε επίπεδα που προβληματίζουν. Οι Βρυξέλλες, μάλιστα, ζητούν την επιτάχυνση των επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, έργα αποθήκευσης, έξυπνα δίκτυα και μετρητές, καθώς και την ταχύτερη ολοκλήρωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νησιών, προκειμένου να ενισχυθεί η ενεργειακή ασφάλεια και να περιοριστεί το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή εκπέμπει προειδοποιητικό σήμα αναφορικά με τις πολιτικές στήριξης στην ενέργεια. Υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε μέτρα ενίσχυσης των καταναλωτών θα πρέπει να έχουν προσωρινό και αυστηρά στοχευμένο χαρακτήρα, αποφεύγοντας την επιστροφή σε οριζόντιες επιδοτήσεις αντίστοιχες με εκείνες που εφαρμόστηκαν κατά την ενεργειακή κρίση των ετών 2022 και 2023.
Οι φόροι
Στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης, η Κομισιόν στρέφει το βλέμμα της και στη φορολογία των καυσίμων. Επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση στο πετρέλαιο κίνησης σε σχέση με τη βενζίνη, παρά το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα του diesel. Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται ως σαφής προτροπή προς την ελληνική κυβέρνηση να επανεξετάσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Η γενική εικόνα της οικονομίας
Πέρα από την ενέργεια, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγράψει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και η συνολική βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών συνθέτουν μια σαφώς καλύτερη εικόνα σε σχέση με την περίοδο των μνημονίων. Ωστόσο, η Επιτροπή ξεκαθαρίζει ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Παρότι η Ελλάδα δεν κατατάσσεται πλέον στις χώρες με μακροοικονομικές ανισορροπίες και έχει τυπικά ολοκληρώσει την έξοδο από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, η έκθεση συνοδεύεται από μια σειρά κρίσιμων παρατηρήσεων που αφορούν τη φορολογική πολιτική, τη δημοσιονομική διαχείριση, τη λειτουργία των θεσμών και τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας.
Η φορολογία
Στο φορολογικό πεδίο, η Κομισιόν εκφράζει προβληματισμό για την έκταση των εξαιρέσεων και των φορολογικών απαλλαγών. Σύμφωνα με την έκθεση, το 2025 εφαρμόστηκαν 1.236 διαφορετικές φορολογικές δαπάνες με σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η πολυπλοκότητα αυτή περιορίζει την αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος, επηρεάζει την εισπρακτική του απόδοση και δημιουργεί κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Παρά το πρωτογενές πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ το 2025 και τη συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους, οι Βρυξέλλες ζητούν αυστηρή τήρηση των ορίων δαπανών έως το 2028. Μάλιστα, επισημαίνουν ότι ακόμη και οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής.
Ανάγκη για μεταρρυθμίσεις
Στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων, η Δικαιοσύνη εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο αδύναμους κρίκους. Η Επιτροπή καταγράφει μεγάλες καθυστερήσεις στην εκδίκαση αστικών, διοικητικών και εμπορικών υποθέσεων, γεγονός που λειτουργεί ανασταλτικά για τις επενδύσεις και δυσχεραίνει τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Αντίστοιχα, παρά τη σημαντική εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, οι διαδικασίες εκκαθάρισης των «κόκκινων» δανείων που διαχειρίζονται οι servicers παραμένουν αργές, κυρίως εξαιτίας δικαστικών εκκρεμοτήτων και καθυστερήσεων σε πλειστηριασμούς και ρευστοποιήσεις.
Στις βασικές διαρθρωτικές προκλήσεις η Κομισιόν εντάσσει και το στεγαστικό ζήτημα. Η έκθεση επισημαίνει ότι οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια αυξάνονται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από τα εισοδήματα από το 2019 και μετά, εξέλιξη που συνδέεται με την ισχυρή ζήτηση και τη μακροχρόνια περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών. Παράλληλα, σημειώνει ότι οι παρεμβάσεις που έχουν ανακοινωθεί, όπως η εθνική στεγαστική στρατηγική και τα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας, βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν έχουν αποδώσει απτά αποτελέσματα.
Η έκθεση καταγράφει επίσης επίμονες αδυναμίες στη λειτουργία του Δημοσίου. Ειδική αναφορά γίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη των νοσοκομείων προς προμηθευτές, τα οποία εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα, παρά τις προσπάθειες περιορισμού τους. Αν και οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου μειώθηκαν από 626 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο του 2025 σε 453 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο, η συνολική ετήσια πρόοδος παραμένει περιορισμένη.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, η εικόνα διαφοροποιείται ανά τομέα: τα ασφαλιστικά ταμεία εμφανίζουν βελτίωση χάρη στη μείωση των εκκρεμών συνταξιοδοτικών υποθέσεων, ωστόσο οι οφειλές της κεντρικής διοίκησης, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες, διατηρώντας ανοιχτές παθογένειες που εξακολουθούν να απασχολούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.