Διαχειρίσιμη χαρακτηρίζουν την αναταραχή που έχει προκληθεί στις διεθνείς ενεργειακές αγορές κυβερνητικές πηγές τονίζοντας ότι η τρέχουσα αναστάτωση που παρατηρείται είναι πραγματική, ωστόσο μέχρι στιγμής κρίνεται ελέγξιμη.
Παράλληλα, οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι η σημερινή συγκυρία διαφέρει ουσιαστικά από την ενεργειακή κρίση του 2022, όταν η Ευρώπη αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο ελλείψεων φυσικού αερίου. Σήμερα, η συζήτηση στρέφεται περισσότερο στη θωράκιση της αγοράς και λιγότερο σε μέτρα έκτακτης ανάγκης.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ στις 19 Μαρτίου, όπου οι ηγέτες αναμένεται να εξετάσουν όχι μόνο παρεμβάσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα αλλά και ευρύτερα ζητήματα που αφορούν την αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς, το σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS), τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και τις επενδύσεις στα δίκτυα.
Η αγορά φυσικού αερίου χωρίς συνθήκες πανικού
Παρά τις πρόσφατες ανοδικές κινήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου, η εικόνα που περιγράφουν κυβερνητικές πηγές δεν παραπέμπει σε κατάσταση γενικευμένου συναγερμού. Οι τιμές στο ολλανδικό χρηματιστήριο TTF κινούνται σε επίπεδα που, σύμφωνα με εκτιμήσεις, δύσκολα μπορούν να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η βασική εξήγηση είναι ότι σε εύρος τιμών της τάξης των 50 έως 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, το διεθνές ενεργειακό σύστημα τείνει να ενεργοποιεί μηχανισμούς προσαρμογής. Σε αυτό το επίπεδο, είτε περιορίζεται η κατανάλωση είτε ενισχύεται η στροφή προς άλλες μορφές ενέργειας, γεγονός που περιορίζει τη δυναμική περαιτέρω ανόδου.
Αντίστοιχα, η εικόνα έντονου ανταγωνισμού μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για φορτία LNG δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται πλήρως. Αν υπήρχε πραγματικός φόβος για επάρκεια, εκτιμούν οι ίδιες πηγές, τα ευρωπαϊκά κράτη και οι ενεργειακές εταιρείες θα είχαν ήδη κινηθεί πιο επιθετικά για την εξασφάλιση ποσοτήτων και την πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου.
Η κρίσιμη διαφορά με την ενεργειακή κρίση του 2022
Η μεγαλύτερη διαφοροποίηση σε σχέση με την κρίση πριν από τέσσερα χρόνια είναι το ψυχολογικό και πολιτικό κλίμα που επικρατεί στην Ευρώπη. Το 2022, μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου, ο βασικός φόβος των κυβερνήσεων δεν αφορούσε μόνο τις τιμές αλλά και την ίδια τη διαθεσιμότητα του καυσίμου.
Τότε τέθηκαν σε εφαρμογή σειρά παρεμβάσεων: υποχρεωτικοί στόχοι αποθήκευσης, μηχανισμοί περιορισμού της ζήτησης, ανάκτηση υπερεσόδων από την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, επιδοτήσεις λογαριασμών και ειδικά μέτρα για τα καύσιμα κίνησης. Παράλληλα, συζητήθηκε και η επιβολή πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σήμερα, η εκτίμηση που μεταφέρουν κυβερνητικοί κύκλοι είναι ότι η αγορά παραμένει «σφιχτή», αλλά δεν υπάρχει η ίδια ανησυχία για ενεργειακή ανεπάρκεια. Αυτό σημαίνει ότι η λεγόμενη «εργαλειοθήκη» της προηγούμενης κρίσης δεν πρόκειται να ενεργοποιηθεί αυτομάτως, αλλά θα χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Ο περιορισμένος ρόλος του λιγνίτη
Στο πλαίσιο αυτό, στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα, ο λιγνίτης δεν φαίνεται να επανέρχεται ως βασική λύση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μονάδα Πτολεμαΐδα 5, η οποία το πρώτο δίμηνο του έτους λειτούργησε περίπου στο 12% της εγκατεστημένης ισχύος της.
Η μονάδα αξιοποιείται κυρίως όταν οι τιμές στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ξεπερνούν τα 125 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ωστόσο, το υψηλό κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα καθιστά τη λιγνιτική παραγωγή ιδιαίτερα ακριβή επιλογή.
Επιπλέον, οι λιγνιτικές μονάδες συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία των ορυχείων, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα γρήγορης αυξομείωσης της παραγωγής. Για τον λόγο αυτό δεν θεωρούνται εργαλείο άμεσης προσαρμογής στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Σύμφωνα με τον υφιστάμενο ενεργειακό σχεδιασμό, η μονάδα της Πτολεμαΐδας προβλέπεται να σταματήσει τη λιγνιτική λειτουργία έως τον Σεπτέμβριο του 2026 και στη συνέχεια να μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου.
Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη
Παρά την έντονη συζήτηση γύρω από το φυσικό αέριο, η εικόνα στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης δεν δείχνει μέχρι στιγμής γενικευμένη εκτίναξη τιμών.
Οι διακυμάνσεις παραμένουν αισθητές, ωστόσο σε πολλές χώρες οι τιμές κινούνται σε επίπεδα συγκρίσιμα με άλλες περιόδους του πρόσφατου παρελθόντος. Υπάρχουν βεβαίως διαφοροποιήσεις μεταξύ αγορών. Για παράδειγμα, χώρες όπως η Ιταλία ή η Ιρλανδία εμφανίζουν συχνά υψηλότερες τιμές, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ειδικές συνθήκες, όπως η αυξημένη υδροηλεκτρική παραγωγή στην Ιβηρική χερσόνησο, οδηγούν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Το βασικό συμπέρασμα που μεταφέρουν παράγοντες της αγοράς είναι ότι μέχρι στιγμής δεν διαμορφώνεται εικόνα ανεξέλεγκτης ενεργειακής κρίσης.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα
Η κρίση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας για τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει οδηγήσει σε μια θεμελιώδη αλλαγή της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής.
Όσον αφορά το ενδεχόμενο επαναφοράς της συζήτησης για το ρωσικό φυσικό αέριο, ευρωπαϊκές πηγές θεωρούν ότι τέτοια σενάρια παραμένουν θεωρητικά. Παρά τις επιμέρους συζητήσεις, δεν διαφαίνεται προς το παρόν πολιτική κατεύθυνση που να οδηγεί σε εκ νέου δομική εξάρτηση της Ευρώπης από ρωσικές ροές.
Η ενεργειακή ατζέντα της Ευρώπης
Σε σχέση με την επικείμενη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις 19 Μαρτίου, οι συζητήσεις γύρω από την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική βρίσκονται ακόμη σε στάδιο διαμόρφωσης, χωρίς να έχει προκύψει μέχρι στιγμής μια ξεκάθαρη κατεύθυνση ως προς τις τελικές αποφάσεις.
Μεταξύ των θεμάτων που βρίσκονται στο τραπέζι είναι το λεγόμενο «πακέτο για τα δίκτυα», που αφορά την ενίσχυση των ηλεκτρικών υποδομών και των διασυνδέσεων.
Ένα ακόμη πεδίο έντονου προβληματισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS), γύρω από το οποίο καταγράφονται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Ορισμένες χώρες εμφανίζονται απρόθυμες να ανοίξει οποιαδήποτε συζήτηση για αλλαγές στο υφιστάμενο πλαίσιο, ενώ άλλες κυβερνήσεις θεωρούν ότι απαιτούνται διορθωτικές παρεμβάσεις προκειμένου να περιοριστούν οι πιέσεις που δημιουργούνται στην ενεργειακή αγορά.
Όπως επισημαίνουν πηγές με γνώση των διεργασιών, η συζήτηση δεν κινείται ούτε προς την κατεύθυνση της κατάργησης του μηχανισμού ούτε όμως και προς την πλήρη διατήρησή του χωρίς καμία τροποποίηση. Αντίθετα, τονίζεται ότι η αγορά των δικαιωμάτων άνθρακα αποτελεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο σύστημα, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια προσεκτική και χρονοβόρα διαδικασία πριν διαμορφωθούν συγκεκριμένες προτάσεις για ενδεχόμενες μεταρρυθμίσεις.
Οι πολιτικές πιέσεις για τις διασυνδέσεις
Ένα ακόμη ζήτημα που αρχίζει να προκαλεί πολιτικές τριβές είναι οι διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αρκετές χώρες αναπτύσσεται η ανησυχία ότι όταν μια αγορά εξάγει μεγάλες ποσότητες φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας προς γειτονικά κράτη, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών στην εγχώρια αγορά.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς μπορεί να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή ενεργειακή ενοποίηση χωρίς να δημιουργηθεί πολιτικό κόστος για τις χώρες που θα κληθούν να εξάγουν περισσότερη ενέργεια.
Σε κάθε περίπτωση, η ενεργειακή συζήτηση στην Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τους επόμενους μήνες αναμένεται να επηρεάσουν όχι μόνο τη διαχείριση της τρέχουσας συγκυρίας αλλά και τη συνολική δομή της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας για τα επόμενα χρόνια.