Μενού Ροή
Από το «ο ρυπαίνων πληρώνει» στο «ο ρυπαίνων λογοδοτεί»: Το Νέο Ποινικό Πλαίσιο για τα Περιβαλλοντικά Εγκλήματα
Google Logo ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ENERGYMAG.GR ΩΣ ΠΡΟΤΙΜΩΜΕΝΗ ΠΗΓΗ ΣΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ GOOGLE

Μια ριζική αλλαγή στο τοπίο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας βρίσκεται προ των πυλών. Η Ελλάδα κινείται προς την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2024/1203 στο εθνικό δίκαιο, με ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο που φιλοδοξεί να ενισχύσει αποφασιστικά την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου.

‘Όπως αναφέρει σε σχετικό του δημοσίευμα στον ιστότοπό του ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), ο Δρ. Πέτρος Τζεφέρης, Γενικός Διευθυντής Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το νομοσχέδιο,ο οποίο παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο, προ των διακοπών του Αυγούστου, αναμένεται να μεταβάλει ουσιαστικά τον χάρτη των ευθυνών για σειρά βιομηχανικών και οικονομικών δραστηριοτήτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει για τον εξορυκτικό τομέα, έναν κλάδο που από τη φύση του συνδέεται με σύνθετες περιβαλλοντικές προκλήσεις που έχουν να κάνουν τη διαχείριση εξορυκτικών αποβλήτων, τη χρήση υδάτινων πόρων, την κατασκευή εγκαταστάσεων και φραγμάτων τελμάτων, αλλά και τη σημαντική επέμβαση στο φυσικό τοπίο.

tzeferis

Όπως αναφέρει ο κ. Τζεφέρης, η μεγάλη αλλαγή δεν αφορά την κατάργηση ή την ανατροπή της ιστορικής αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». Αντίθετα, αφορά τη θεαματική ενίσχυσή της.

Μέχρι σήμερα, η περιβαλλοντική ευθύνη συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με διοικητικές κυρώσεις, πρόστιμα και υποχρεώσεις αποκατάστασης της ζημιάς. Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όμως, μεταφέρει το κέντρο βάρους και στο ποινικό πεδίο. Σε σοβαρές περιπτώσεις περιβαλλοντικής εγκληματικότητας, η απάντηση της Πολιτείας δεν θα περιορίζεται πλέον στην επιβολή ενός οικονομικού κόστους. Προβλέπεται σημαντική αυστηροποίηση των ποινών για τα φυσικά πρόσωπα και ιδιαίτερα αυστηρές κυρώσεις για τις επιχειρήσεις, ανάλογα με τη βαρύτητα και τις συνέπειες της παράβασης. Με απλά λόγια, η περιβαλλοντική παρανομία παύει να μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα διαχειρίσιμο «κόστος λειτουργίας».

Η αυστηροποίηση δεν ξεκινά από το μηδέν

Ασφαλώς, με βάση τα όσα αναφέρονται, απαιτείται μια βασική νομική αποσαφήνιση. Οι ποινικές ευθύνες για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος δεν αποτελούν παρθενογένεση. Σχετικές διατάξεις υπήρχαν ήδη στο ελληνικό δίκαιο, με αφετηρία τον εμβληματικό Νόμο 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος.

Η ειδοποιός διαφορά της νέας εποχής βρίσκεται στην έκταση, την ένταση και τη συστηματικότητα της ποινικής αντιμετώπισης των σοβαρών παραβάσεων.

Υπενθυμίζεται, δε, ότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2024/1203 απαιτεί από τα κράτη-μέλη να αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες μορφές περιβαλλοντικής εγκληματικότητας με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές. Για τα σοβαρότερα αδικήματα προβλέπονται υψηλά επίπεδα ποινικής αυστηρότητας, ιδίως όταν οι παράνομες πράξεις προκαλούν ή ενδέχεται να προκαλέσουν θάνατο ή σοβαρές και εκτεταμένες βλάβες στο περιβάλλον.

Παράλληλα, με βάση τον κ. Τζεφέρη, οι κυρώσεις για τα νομικά πρόσωπα μπορούν να είναι εξαιρετικά βαριές, φθάνοντας, ανάλογα με το αδίκημα και τον τρόπο ενσωμάτωσης της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, σε ιδιαίτερα υψηλά ποσά ή σε ποσοστό του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών.

Όπως αναφέρει ο Γενικός Διευθυντής Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το μήνυμα είναι σαφές: για τις σοβαρές περιβαλλοντικές παραβάσεις, το πρόστιμο δεν θα μπορεί πλέον να θεωρείται απλώς ένας προβλέψιμος επιχειρηματικός κίνδυνος.

Γιατί ο εξορυκτικός τομέας βρίσκεται στο επίκεντρο

Με βάση πάντως, τα όσα σημειώνει ο κ. Τζεφέρης, ο εξορυκτικός τομέας δεν ποινικοποιείται ως δραστηριότητα. Αυτό πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές.

Άλλωστε, όπως τονίζει, η Ευρώπη χρειάζεται τις ορυκτές πρώτες ύλες —ιδιαίτερα στην εποχή της ενεργειακής μετάβασης, της ηλεκτροκίνησης, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της στρατηγικής αυτονομίας— και η υπεύθυνη εξορυκτική δραστηριότητα αποτελεί αναγκαίο κρίκο της ευρωπαϊκής παραγωγικής αλυσίδας.

Η νέα νομοθεσία, όμως, στρέφεται με αυστηρότητα κατά συγκεκριμένων παράνομων πράξεων και σοβαρών παραβάσεων, υπογραμμίζει σχετικά ο Γενικός Διευθυντής Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Για τον εξορυκτικό κλάδο, τα πεδία δυνητικού κινδύνου είναι προφανή: η παράνομη ή ανεξέλεγκτη διαχείριση αποβλήτων, η χρήση και προστασία των υδάτων, η ασφάλεια των εγκαταστάσεων, η πρόληψη ατυχημάτων και η προστασία της βιοποικιλότητας και των προστατευόμενων περιοχών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν, επίσης, με βάση όσα αναφέρονται, οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες μια παράνομη δραστηριότητα προκαλεί σοβαρή, εκτεταμένη ή μακροχρόνια βλάβη σε οικοσυστήματα.

Μια σοβαρή αστοχία σε εγκατάσταση διαχείρισης εξορυκτικών αποβλήτων, μια παράνομη διάθεση επικίνδυνων ουσιών ή μια σημαντική υποβάθμιση προστατευόμενου οικοτόπου δεν θα αξιολογούνται πλέον μόνο υπό το πρίσμα της διοικητικής παράβασης. Υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, μπορούν να ενεργοποιήσουν τις βαρύτερες ποινικές διατάξεις.

Όταν η ευθύνη φτάνει στη διοίκηση

Ίσως η σημαντικότερη αλλαγή για τη βιομηχανία αφορά τη θέση των φυσικών προσώπων και, ιδιαίτερα, όσων ασκούν διοίκηση ή έχουν ουσιαστικές αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων και εποπτείας.

Με βάση τον κ. Τζεφέρη, το σύγχρονο πλαίσιο περιβαλλοντικής συμμόρφωσης δεν αρκείται στην ύπαρξη μιας γενικής εταιρικής πολιτικής ή ενός φακέλου διαδικασιών. Η αποτελεσματική εποπτεία, η ύπαρξη μηχανισμών πρόληψης, η αξιολόγηση των κινδύνων και η εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας αποκτούν καθοριστική σημασία.

Όταν διαπιστώνεται ότι σοβαρές παραβάσεις συνδέονται με αδυναμία ελέγχου, παραλείψεις εποπτείας ή συνειδητή παράβλεψη γνωστών κινδύνων, η ευθύνη μπορεί να αναζητηθεί και στα φυσικά πρόσωπα που είχαν ουσιαστική δυνατότητα να αποτρέψουν την παράνομη συμπεριφορά.

Παράλληλα, οι κυρώσεις κατά των επιχειρήσεων δεν περιορίζονται μόνο στα χρηματικά πρόστιμα. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και μια σειρά πρόσθετων μέτρων, όπως ο αποκλεισμός από δημόσια χρηματοδότηση ή διαγωνισμούς, η ανάκληση αδειών και άλλες σοβαρές συνέπειες για τη λειτουργία της επιχείρησης.

Η εποχή, επομένως, κατά την οποία η περιβαλλοντική συμμόρφωση μπορούσε να θεωρηθεί αποκλειστικά υπόθεση ενός τεχνικού ή νομικού τμήματος φαίνεται να τελειώνει. Μετατρέπεται πλέον σε ζήτημα εταιρικής διακυβέρνησης και διοικητικής ευθύνης.

Η προστασία του περιβάλλοντος και ο υγιής ανταγωνισμός

Η αυστηροποίηση αυτή δεν στερείται λογικής, πάντως, σημειώνει ο κ. Τζεφέρης, Όπως τονίζει, για χρόνια, επιχειρήσεις που επένδυαν σε σύγχρονα συστήματα περιβαλλοντικής προστασίας, ασφάλειας και παρακολούθησης επιβαρύνονταν με σημαντικά υψηλότερο κόστος σε σχέση με ανταγωνιστές που επέλεγαν να παρακάμπτουν τους κανόνες.

Όταν η παράβαση τιμωρείται μόνο με ένα σχετικά περιορισμένο πρόστιμο, δημιουργείται ο κίνδυνος η παρανομία να μετατρέπεται σε οικονομικά συμφέρουσα επιλογή. Αυτό αποτελεί στρέβλωση του ανταγωνισμού.

Η νέα προσέγγιση επιχειρεί ακριβώς να αντιστρέψει αυτή τη λογική. Η συμμόρφωση δεν πρέπει να αποτελεί μειονέκτημα για τις επιχειρήσεις που επενδύουν υπεύθυνα, αλλά προϋπόθεση ισότιμης συμμετοχής στην αγορά.

Ταυτόχρονα, η αυστηροποίηση των κυρώσεων αντανακλά μια βαθύτερη πραγματικότητα: ορισμένες περιβαλλοντικές βλάβες δεν αποκαθίστανται εύκολα —και ορισμένες ίσως δεν αποκαθίστανται ποτέ πλήρως. Η φύση, άλλωστε, δεν μπορεί απλώς να αντικατασταθεί με ένα χρηματικό ποσό.

Ο κίνδυνος της υπερβολής

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, όπως σημειώνει ο Γενικός Διευθυντής Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ένα υπερβολικά αυστηρό ή ασαφές πλαίσιο μπορεί να δημιουργήσει φόβο ανάληψης ευθύνης. Στελέχη ενδέχεται να διστάζουν να αναλάβουν θέσεις διοίκησης σε δραστηριότητες με εγγενές τεχνικό και περιβαλλοντικό ρίσκο, όχι επειδή δεν είναι διατεθειμένα να λειτουργήσουν υπεύθυνα, αλλά επειδή φοβούνται ότι μια απρόβλεπτη αστοχία θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσανάλογες προσωπικές συνέπειες.

Το πρόβλημα μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Οι μεγάλες πολυεθνικές διαθέτουν συχνά σημαντικούς πόρους για εξειδικευμένα τμήματα κανονιστικής συμμόρφωσης, περιβαλλοντικούς συμβούλους, νομική υποστήριξη και σύνθετα συστήματα ελέγχου. Μια μικρότερη επιχείρηση, όμως, μπορεί να δυσκολευτεί να ανταποκριθεί στο ίδιο επίπεδο διοικητικών και οργανωτικών απαιτήσεων.

Η αρχή της αναλογικότητας

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία της αναλογικότητας.Η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος δεν πρέπει να οδηγήσει σε ποινικοποίηση της παραγωγικής δραστηριότητας ή σε ένα κλίμα διαρκούς νομικής ανασφάλειας. Αντιθέτως, πρέπει να δημιουργήσει ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο: αυστηρό απέναντι στην πραγματική παρανομία, αλλά δίκαιο απέναντι σε εκείνον που τηρεί τους κανόνες, εφαρμόζει τις βέλτιστες διαθέσιμες πρακτικές και λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα πρόληψης.

Χωρίς ισχυρούς ελέγχους, ο νόμος μένει στα χαρτιά

Η επιτυχία της νέας νομοθεσίας δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των ποινών, συμπληρώνει ο κ Τζεφέρης. Θα κριθεί, κυρίως, από την ικανότητα της Πολιτείας να την εφαρμόσει με συνέπεια, επιστημονική επάρκεια και αντικειμενικότητα.

Η ενίσχυση των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών και των υπηρεσιών περιβαλλοντικής εποπτείας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Οι έλεγχοι σε σύνθετες βιομηχανικές και εξορυκτικές εγκαταστάσεις απαιτούν εξειδικευμένο προσωπικό, τεχνική γνώση και σύγχρονα εργαλεία παρακολούθησης.

Διαφορετικά, όπως σημειώνει ο κ. Τζεφέρης, υπάρχει ο κίνδυνος ενός διπλού αποτελέσματος: οι συστηματικοί παραβάτες να εξακολουθήσουν να διαφεύγουν λόγω ελλιπών ελέγχων, ενώ οι συνεπείς επιχειρήσεις να εγκλωβίζονται σε έναν ατέρμονο διοικητικό κυκεώνα.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας