Η ενεργειακή αβεβαιότητα μπορεί να μην αποτελεί τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο για την Παπουτσάνης, δεν παύει όμως να είναι ένας παράγοντας που η διοίκηση θέλει να έχει υπό έλεγχο. Με συνδυασμό αντιστάθμισης κινδύνου στις τιμές ενέργειας, υφιστάμενων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων και σχεδιασμού για πιθανή προσθήκη συστήματος αποθήκευσης με μπαταρίες, η βιομηχανία επιχειρεί να θωρακίσει την παραγωγή της απέναντι στις διακυμάνσεις της αγοράς και να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της σε ένα περιβάλλον αυξημένων αβεβαιοτήτων.
Το ενεργειακό σκέλος βρέθηκε στο επίκεντρο της παρουσίασης που πραγματοποίησε χθες η διοίκηση της εταιρείας στην Αθήνα, με αφορμή την ανακοίνωση των οικονομικών μεγεθών του εννεαμήνου και την παρουσίαση του στρατηγικού σχεδίου για την επόμενη πενταετία. Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στις προοπτικές της ίδιας της επιχείρησης, αλλά επεκτάθηκε στις συνθήκες που διαμορφώνουν το κόστος παραγωγής, από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες έως το εργατικό δυναμικό και τις νέες απαιτήσεις για τις συσκευασίες.
Το μήνυμα του διευθύνοντος συμβούλου, Μενέλαου Τασόπουλου, ήταν σαφές. Οι συνθήκες είναι ήδη δύσκολες και δεν αποκλείεται να γίνουν δυσκολότερες. Η απάντηση της εταιρείας περνά μέσα από την προληπτική διαχείριση του κόστους, την αξιοποίηση της υφιστάμενης παραγωγικής δυναμικότητας και τις επενδύσεις που θα επιτρέψουν την αύξηση των πωλήσεων χωρίς ανάλογη επιβάρυνση των λειτουργικών δαπανών.
Hedging απέναντι σε έναν αβέβαιο ενεργειακό χειμώνα
Η πιθανότητα νέων αναταράξεων στην ενεργειακή αγορά, υπό το βάρος των γεωπολιτικών εξελίξεων, βρίσκεται στο ραντάρ της διοίκησης. Η Παπουτσάνης προχωρά στην εξασφάλιση μελλοντικών τιμών ενέργειας μέσω πρακτικών hedging, επιδιώκοντας να περιορίσει την έκθεσή της σε απότομες μεταβολές και να διατηρήσει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στον προγραμματισμό της.
Σύμφωνα με την εκτίμηση της διοίκησης, δεν διαφαίνεται προς το παρόν πρόβλημα στην επάρκεια φυσικού αερίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί την ανάγκη επαγρύπνησης, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν τόσο τις τιμές όσο και τις συνθήκες εφοδιασμού.
Στην περίπτωση της Παπουτσάνης υπάρχει, πάντως, ένα στοιχείο που λειτουργεί ως δικλίδα ασφαλείας. Όπως ανέφερε ο κ. Τασόπουλος, το φυσικό αέριο και η ηλεκτρική ενέργεια αντιστοιχούν σε ποσοστό μικρότερο του 3% του συνολικού κόστους της εταιρείας. Το σχετικά περιορισμένο βάρος της ενέργειας στη δομή των δαπανών μειώνει την άμεση έκθεση σε ενδεχόμενες ανατιμήσεις, χωρίς φυσικά να εξαλείφει τις έμμεσες επιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις τιμές άλλων εισροών.
Η διαχείριση της ενεργειακής έκθεσης αποκτά έτσι περισσότερο προληπτικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται μόνο για την αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης αύξησης των τιμών, αλλά για τη διασφάλιση ότι οι διακυμάνσεις της αγοράς δεν θα διαταράξουν τον σχεδιασμό μιας επιχείρησης που επιδιώκει να επιταχύνει την ανάπτυξή της τα επόμενα χρόνια.
Φωτοβολταϊκά και το επόμενο βήμα της αποθήκευσης
Πέρα από το hedging, η εταιρεία έχει ήδη επενδύσει σε φωτοβολταϊκά συστήματα, τα οποία, σύμφωνα με όσα ανέφερε η διοίκηση, καλύπτουν περίπου το 35% έως 40% των αναγκών ηλεκτρικής ενέργειας του εργοστασίου.
Η επόμενη κίνηση που εξετάζεται αφορά την προσθήκη συστήματος αποθήκευσης με μπαταρίες. Προς το παρόν δεν έχει προσδιοριστεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, ωστόσο η κατεύθυνση έχει ενδιαφέρον για τη διαχείριση της ενέργειας σε μια βιομηχανική εγκατάσταση.
Η αποθήκευση θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την αξιοποίηση της παραγόμενης από τα φωτοβολταϊκά ηλεκτρικής ενέργειας, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τον χρόνο κατανάλωσής της. Η πραγματική οικονομική απόδοση μιας τέτοιας επένδυσης θα εξαρτηθεί, βεβαίως, από το κόστος εγκατάστασης, τις συνθήκες λειτουργίας και το ενεργειακό προφίλ της μονάδας.
Σε κάθε περίπτωση, η ενεργειακή στρατηγική της Παπουτσάνης δεν στηρίζεται σε μία μόνο λύση. Η αντιστάθμιση των τιμών, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά και η υπό εξέταση αποθήκευση συνθέτουν ένα πλέγμα κινήσεων για τον περιορισμό της έκθεσης στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Το ενεργειακό κόστος είναι μόνο ένα μέρος της εξίσωσης
Η ενέργεια δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας. Στην παρουσίαση, η διοίκηση ανέδειξε τις δυσκολίες εξεύρεσης προσωπικού, τις διακυμάνσεις στις τιμές των πρώτων υλών και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις που συνδέονται με τις αλλαγές στις συσκευασίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα τροπικά λίπη που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή σαπωνομαζών. Η εταιρεία επιδιώκει να εξασφαλίζει τιμές όπου αυτό είναι εφικτό, ενώ περίπου το 50% της σχετικής δραστηριότητας λειτουργεί, σύμφωνα με τη διοίκηση, με μοντέλα διαφανούς κοστολόγησης (open book). Παράλληλα, όπου το επιτρέπουν οι συμβάσεις, οι μεταβολές στο κόστος των πρώτων υλών μπορούν να μετακυλίονται στους πελάτες.
Στο μέτωπο των συσκευασιών, η χρήση ανακυκλωμένου πλαστικού και η ανάπτυξη ανακυκλώσιμων λύσεων αποτελούν πλέον μέρος τόσο της περιβαλλοντικής προσαρμογής όσο και της εμπορικής στρατηγικής. Οι απαιτήσεις των διεθνών πελατών και το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες, οι οποίες συνοδεύονται από τεχνικές δυσκολίες και επιβαρύνσεις κόστους.
Το ζητούμενο είναι η προσαρμογή να μη λειτουργήσει εις βάρος της ανταγωνιστικότητας. Όπως συμβαίνει και με την ενέργεια, η διαχείριση των υπόλοιπων εισροών και η βελτίωση της παραγωγικότητας αποκτούν καθοριστική σημασία για την προστασία των περιθωρίων κέρδους.
Επενδύσεις 25 εκατ. ευρώ και στόχος τα 150 εκατ. ευρώ
Σε αυτό το περιβάλλον, η Παπουτσάνης σχεδιάζει επενδύσεις περίπου 5 εκατ. ευρώ ετησίως για την επόμενη πενταετία, δηλαδή συνολικά περί τα 25 εκατ. ευρώ. Το πρόγραμμα αφορά την αναβάθμιση των παραγωγικών εγκαταστάσεων, την αυτοματοποίηση και τη βελτίωση της παραγωγικότητας.
Στόχος είναι να αυξηθούν οι όγκοι παραγωγής και να υποστηριχθούν νέες συνεργασίες χωρίς ανάλογη αύξηση του λειτουργικού κόστους. Η εταιρεία παρήγαγε περίπου 40.000 τόνους προϊόντων το 2025, ενώ διαθέτει ελεύθερη παραγωγική δυναμικότητα που εκτιμάται σε 30%-50%, ανάλογα με την κατηγορία προϊόντων.
Ειδικά στο στερεό σαπούνι, η παραγωγή κινείται περίπου στους 20.000 τόνους, έναντι δυναμικότητας που φτάνει τους 40.000 τόνους. Στα υγρά προϊόντα υπάρχουν επίσης περιθώρια αύξησης της παραγωγής, σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς την ανάγκη εγκατάστασης νέου εξοπλισμού.
Η καλύτερη αξιοποίηση της υφιστάμενης δυναμικότητας, σε συνδυασμό με την αυτοματοποίηση, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης και ελέγχου του κόστους. Πρόκειται για μια παράμετρο με ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η εξεύρεση προσωπικού και η συγκράτηση των δαπανών δυσκολεύουν τον σχεδιασμό των βιομηχανικών επιχειρήσεων.
Στόχος τα 150 εκατ. πωλήσεις το 2031
Ο στρατηγικός στόχος της Παπουτσάνης είναι να φτάσει σε κύκλο εργασιών 100 εκατ. ευρώ το 2027, έναν χρόνο νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό που είχε παρουσιαστεί το 2025, και να ανέλθει στα 150 εκατ. ευρώ έως το 2031, με περιθώριο EBITDA 16%, που αντιστοιχεί σε λειτουργική κερδοφορία περίπου 24 εκατ. ευρώ, ετήσιες επενδύσεις 5 εκατ. ευρώ και διανομή του 30% των κερδών. Για το 2026, η εταιρεία εκτιμά ότι ο κύκλος εργασιών θα αυξηθεί κατά 12,4% φτάνοντας στα 86 εκατ. ευρώ.