Το 2014, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της Lukoil, Βαγκίτ Αλεκπέροφ, πήρε μια κρίσιμη επιχειρηματική απόφαση που τον έφερε σε αντίθεση με τις συμβουλές του Βλαντίμιρ Πούτιν και τον διαφοροποίησε από άλλους Ρώσους μεγιστάνες.
Σύμφωνα με δύο πηγές της εταιρείας που γνώριζαν τις σχετικές συζητήσεις, ο Πούτιν είχε καλέσει σε κλειστή σύσκεψη τον Μάρτιο του 2014 κορυφαίους Ρώσους επιχειρηματίες, προτρέποντάς τους να πουλήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία στη Δύση, διαφορετικά κινδύνευαν να τα χάσουν λόγω πιθανών κατασχέσεων από τις δυτικές αρχές.
Παρά τις προειδοποιήσεις, έπειτα από μήνες σκέψης, ο Αλεκπέροφ αποφάσισε να διατηρήσει το εκτεταμένο διεθνές χαρτοφυλάκιο της Lukoil, το οποίο περιλάμβανε πετρελαϊκά κοιτάσματα, διυλιστήρια και δίκτυα πρατηρίων καυσίμων. Την περίοδο εκείνη, αρκετοί άλλοι Ρώσοι επιχειρηματίες επέλεγαν να αποεπενδύσουν από τη Δύση.
Σε συνάντηση στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στη Μόσχα, ο επικεφαλής της Lukoil φέρεται να ζήτησε από τη διοίκηση να εγκαταλείψει οποιαδήποτε σχέδια πώλησης ή απόσχισης των διεθνών δραστηριοτήτων της εταιρείας. Εκτιμούσε ότι το μέγεθος και η γεωγραφική διασπορά των επενδύσεων της Lukoil θα την προστάτευαν από ενδεχόμενες κυρώσεις.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, ωστόσο, η στρατηγική αυτή φαίνεται να έχει αποτύχει.
Για περισσότερο από μια δεκαετία, το στοίχημα του 75χρονου επιχειρηματία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα προχωρούσαν σε κυρώσεις κατά της Lukoil —λόγω των επιπτώσεων που θα είχε κάτι τέτοιο στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα— φαινόταν να επιβεβαιώνεται. Ακόμη και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η εταιρεία συνέχιζε να δραστηριοποιείται διεθνώς.
Η κατάσταση άλλαξε τον περασμένο Οκτώβριο, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επέβαλε κυρώσεις στη Lukoil, στο πλαίσιο της προσπάθειας αύξησης της πίεσης προς τη Μόσχα για διαπραγματεύσεις που θα οδηγούσαν στον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Οι κυρώσεις κατέστησαν πρακτικά αδύνατη τη διεθνή δραστηριότητα της μεγαλύτερης ανεξάρτητης πετρελαϊκής εταιρείας της Ρωσίας, οδηγώντας την σε αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων σε περίπου 30 χώρες. Την πώληση του χαρτοφυλακίου, που η εταιρεία αποτιμά σε περίπου 22 δισ. δολάρια, επιβλέπει το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, ενώ η προθεσμία ολοκλήρωσης των συμφωνιών έχει παραταθεί έως την 1η Απριλίου.
Σύμφωνα με πηγές της εταιρείας, η Lukoil είχε επενδύσει περίπου 40 δισ. δολάρια τις τελευταίες δύο δεκαετίες για τη δημιουργία αυτού του διεθνούς δικτύου, η αξία του οποίου έχει μειωθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου.
Η εταιρεία δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού για το θέμα, ενώ δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία του Reuters με τον Αλεκπέροφ.
Από την πλευρά του Κρεμλίνου, ο εκπρόσωπος Ντμίτρι Πεσκόφ κατήγγειλε την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων ρωσικών εταιρειών, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες ενέργειες υπονομεύουν την εμπιστοσύνη προς τις δυτικές χώρες ως ασφαλείς προορισμούς για επενδύσεις.
Η Lukoil αποτελεί μία από τις τελευταίες μεγάλες ρωσικές εταιρείες που αποχωρούν από τη Δύση, σε ένα τέλος που αποτυπώνει τη δραματική ανατροπή μιας εποχής κατά την οποία οι ρωσικές επιχειρήσεις επεκτείνονταν δυναμικά στο εξωτερικό μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Πηγή: Reuters