Η επιτάχυνση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, δηλαδή η αύξηση των χορηγήσεων δανείων, αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση για τις εγχώριες τράπεζες, στοχεύοντας για την εφετινή χρονιά σε καθαρές χορηγήσεις δανείων ύψους 7 - 8 δισ. ευρώ.
Eurobank, Alpha Bank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς στοχεύουν το 2022 σε καθαρές χορηγήσεις δανείων (νέες εκταμιεύσεις μείον αποπληρωμές) ύψους 1,5 – 2 δις. ευρώ η κάθε μια, που θα οδηγήσει σε αύξηση του υπολοίπου των ενήμερων δανείων περίπου κατά 7 - 8 δισ. ευρώ περίπου και σε ρυθμό πιστωτικής επέκτασης 6% - 7%, επίδοση ιδιαίτερα ικανοποιητική.
Η πιστωτική επέκταση, δηλαδή η παραγωγή νέων δανείων, βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής των αναλυτών και των επενδυτών καθώς πλέον, μετά την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών με τη δραστική μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το μεγάλο ζητούμενο είναι η ανάπτυξη, η επίτευξη υψηλών αποδόσεων και η κερδοφορία. Τελικός στόχος η διανομή μερίσματος κάτι που θα σφραγίσει την επιστροφή των εγχώριων τραπεζών στην κανονικότητα. Υπενθυμίζεται ότι η τελευταία χρονιά που οι ελληνικές τράπεζες προχώρησαν στη διανομή μερίσματος ήταν το 2008 και αφορούσε τη χρήση του 2007!
Ωστόσο η επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης είναι πιο απαιτητική υπόθεση από ό,τι θα περίμενε κανείς σε μια χώρα που βίωσε μια βίαιη πιστωτική συρρίκνωση τη δεκαετία του 2010, εξαιτίας της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης.
Ο λόγος είναι ότι τα νοικοκυριά παραμένουν στο περιθώριο με αρνητική ροή νέων δανείων, δηλαδή τα δάνεια που αποπληρώνονται είναι περισσότερα από τα νέα δάνεια που χορηγούνται, ενώ στο εγχώριο επιχειρείν εξακολουθούν να κυριαρχούν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις ένα μεγάλο μέρος των οποίων δεν είναι αξιόχρεες, λόγω οικονομικών προβλημάτων, ενώ επίσης μεγάλος αριθμός αναπτύσσοντας εργασίες περιορισμένης κλίμακας λειτουργεί χωρίς τραπεζική χρηματοδότηση. Επιπλέον δεν υλοποιούν σημαντικές επενδύσεις.
Οι καθαρές ροές νέων δανείων προς τα νοικοκυριά διαμορφώνονται στο 11μηνο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2021 στα -1,34 δισ. ευρώ ενώ το αντίστοιχο νούμερο ήταν -1,7 δισ. το 2020 και -2,22 δισ. ευρώ το 2019. Το 2022 θα είναι σημαντικά βελτιωμένη η εικόνα λόγω της μεγάλης αύξησης της απασχόλησης αλλά και της πολύ καλής πορείας της αγοράς ακινήτων που καθιστά ελκυστική την αγορά κατοικίας, ωστόσο είναι απίθανο η καθαρή ροή νέων δανείων να είναι θετική.
Διαβάστε τη συνέχεια εδώ