Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις πληθωριστικές πιέσεις από την ενέργεια και την αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Bank of America.
Σε μια ιδιαίτερα απαιτητική συγκυρία για την ευρωπαϊκή οικονομία, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) καλείται να διαχειριστεί δύο αντικρουόμενες δυνάμεις: την άνοδο των τιμών της ενέργειας, που ενισχύει τους πληθωριστικούς κινδύνους, και την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης, που απειλεί να περιορίσει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με την έκθεση Liquid Insight – ECB Preview: A Delicate Balance, που δημοσίευσε η Bank of America στις 28 Οκτωβρίου 2026, το πιθανότερο σενάριο είναι η διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα. Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ενδέχεται να υιοθετήσει έναν ελαφρώς πιο ήπιο τόνο, προκειμένου να καθησυχάσει τις αγορές και να περιορίσει τον κίνδυνο νέων αναταράξεων.
Γιατί η ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια
Η Bank of America επισημαίνει ότι τα οικονομικά στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί μετά τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου δεν έχουν παρουσιάσει σημαντικές αποκλίσεις από τις προβλέψεις. Αντίθετα, τόσο ο πληθωρισμός όσο και ορισμένοι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας έχουν κινηθεί ελαφρώς χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι τιμές της ενέργειας έχουν αυξηθεί σημαντικά περισσότερο από ό,τι προέβλεπε το βασικό σενάριο της κεντρικής τράπεζας, δημιουργώντας πρόσθετη αβεβαιότητα για την πορεία του πληθωρισμού.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι η ΕΚΤ μπορεί να περιμένει έως τον Δεκέμβριο, όταν θα διαθέτει επικαιροποιημένες οικονομικές προβλέψεις, προτού αποφασίσει εάν χρειάζεται νέα αύξηση επιτοκίων.
Παράλληλα, η σημαντική άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχει ήδη οδηγήσει σε αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες, οι οποίες ενδέχεται να λειτουργήσουν ανασταλτικά για την ανάπτυξη.
Μία ακόμη αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο βλέπει η Bank of America
Παρά την εκτίμηση για διατήρηση των επιτοκίων τον Οκτώβριο, η Bank of America εξακολουθεί να προβλέπει μία τελευταία αύξηση τον Δεκέμβριο του 2026.
Το ενδεχόμενο να παραμείνουν αμετάβλητα τα επιτόκια και τότε δεν αποκλείεται, ιδιαίτερα εάν τα στοιχεία για την οικονομική δραστηριότητα αποδειχθούν ασθενέστερα από τις προσδοκίες.
Αντίστοιχα, εάν οι ενεργειακές τιμές συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά, παραμένει ο κίνδυνος η τελευταία αύξηση να πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο του 2027.
Στο βασικό σενάριο της τράπεζας, ο συνολικός κύκλος αύξησης των επιτοκίων εκτιμάται στις 75 μονάδες βάσης, με ένα μικρότερο ενδεχόμενο να φθάσει τις 100 μονάδες βάσης.
Η ισχυρότερη εκτίμηση των αναλυτών αφορά, πάντως, την επόμενη φάση της νομισματικής πολιτικής, καθώς προβλέπουν ότι από τον Σεπτέμβριο του 2027 θα ξεκινήσουν μειώσεις επιτοκίων σε τριμηνιαία βάση.
Οι αγορές ομολόγων και ο κίνδυνος νέων αναταράξεων
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η έκθεση στην άνοδο των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων και στη διεύρυνση των διαφορών αποδόσεων (spreads), κυρίως στην περίπτωση της Γαλλίας.
Η Bank of America εκτιμά ότι η ΕΚΤ δεν έχει φθάσει ακόμη στο σημείο που θα απαιτούσε άμεση παρέμβαση στις αγορές. Ωστόσο, θεωρεί πιθανό η Κριστίν Λαγκάρντ να υπενθυμίσει ότι η κεντρική τράπεζα διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία για την αντιμετώπιση υπερβολικών ή αδικαιολόγητων διαταραχών.
Μία πιθανή επιλογή θα ήταν η προσωρινή αναστολή της ποσοτικής σύσφιγξης (Quantitative Tightening – QT), δηλαδή της διαδικασίας περιορισμού του χαρτοφυλακίου ομολόγων της ΕΚΤ, εφόσον οι συνθήκες στις αγορές παραμείνουν έντονα ασταθείς.
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι οι λήξεις κρατικών ομολόγων του προγράμματος PEPP κατά το δίμηνο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου ανέρχονται σε 21 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι αντίστοιχο με την καθαρή προσφορά κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης προς ιδιώτες επενδυτές που εκτιμά η τράπεζα για την ίδια περίοδο, μετά την αφαίρεση των κουπονιών και των αποπληρωμών προς ιδιώτες.
Μια προσωρινή αναστολή της ποσοτικής σύσφιγξης στο PEPP θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στην ΕΚΤ, επιτρέποντας την επανεπένδυση κεφαλαίων σε διαφορετικές αγορές κρατικών ομολόγων, ανάλογα με τις συνθήκες ρευστότητας και τους κινδύνους για τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.
Η Bank of America διευκρινίζει, ωστόσο, ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν θα ισοδυναμούσε με ενεργή προσπάθεια περιορισμού των spreads, αλλά περισσότερο με έναν μηχανισμό προστασίας απέναντι σε ακραίες αναταράξεις.
Θετικές προοπτικές για τα ευρωπαϊκά ομόλογα
Σύμφωνα με τους αναλυτές, μια πιο ήπια επικοινωνιακή στάση από την ΕΚΤ θα μπορούσε να στηρίξει τις αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης, ιδιαίτερα τους τίτλους με μεσοπρόθεσμες διάρκειες.
Εφόσον η Λαγκάρντ επαναλάβει ότι τα επιτόκια δεν χρειάζεται να ακολουθούν μηχανικά την πορεία των ενεργειακών τιμών, θα μπορούσε να περιορίσει τις προσδοκίες για έναν πιο επιθετικό κύκλο νομισματικής σύσφιγξης.
Παράλληλα, η έκθεση εντοπίζει ενδιαφέρον στους γερμανικούς τίτλους δεκαετούς διάρκειας, οι οποίοι εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις μεταβολές των προσδοκιών για τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια.
Ευρώ: Περιθώρια ενίσχυσης παρά τις πιέσεις
Στο μέτωπο των συναλλαγματικών ισοτιμιών, η Bank of America διακρίνει περιορισμένα περιθώρια ανόδου του ευρώ ενόψει της συνεδρίασης της ΕΚΤ.
Μια πιο ισορροπημένη τοποθέτηση της Λαγκάρντ, σε συνδυασμό με την υπενθύμιση των διαθέσιμων εργαλείων παρέμβασης, θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ανακούφιση στο ευρωπαϊκό νόμισμα.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση, περίπου το 60% της αποδυνάμωσης του ευρώ έναντι του δολαρίου από το καλοκαίρι μπορεί να εξηγηθεί από τη διεύρυνση της διαφοράς αποδόσεων μεταξύ των δεκαετών γαλλικών και γερμανικών κρατικών ομολόγων.
Η αγορά έχει ήδη ενσωματώσει στις τιμές σχεδόν τρεις επιπλέον αυξήσεις επιτοκίων μέσα στους επόμενους 12 μήνες, γεγονός που, σε συνδυασμό με τις αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες, δημιουργεί περιθώρια θετικής αντίδρασης του ευρώ σε μια λιγότερο επιθετική στάση της ΕΚΤ.
Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ενδεχόμενη ενεργοποίηση των εργαλείων παρέμβασης χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία για τον γαλλικό προϋπολογισμό θα μπορούσε να ενισχύσει τους προβληματισμούς σχετικά με την επιρροή των δημοσιονομικών πιέσεων στη νομισματική πολιτική.
Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι οι αρνητικές τοποθετήσεις έναντι του ευρώ βρίσκονται ήδη σε σημαντικά επίπεδα σε σύγκριση με την περίοδο μετά το 2016, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω πωλήσεις από διαχειριστές κεφαλαίων, εφόσον ενταθούν οι ανησυχίες για τη Γαλλία.
Η επικοινωνιακή στρατηγική της ΕΚΤ στο επίκεντρο
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η επικείμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ δεν αναμένεται να οδηγήσει σε άμεση μεταβολή της νομισματικής πολιτικής, αλλά θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τις προσδοκίες των αγορών.
Η Bank of America θεωρεί ότι η κεντρική τράπεζα θα επιχειρήσει να αποφύγει την επανάληψη των αναταράξεων που ακολούθησαν τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας τελευταίας αύξησης επιτοκίων.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι δηλώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την απόφαση για τα επιτόκια, καθώς η ΕΚΤ αναζητά τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη συγκράτηση του πληθωρισμού, τη στήριξη της ανάπτυξης και τη διατήρηση της σταθερότητας στις ευρωπαϊκές αγορές.