Την ανάγκη διασφάλισης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ ως βασική προϋπόθεση για τη σταθερότητα των διεθνών ενεργειακών αγορών υπογράμμισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, συνδέοντας άμεσα τις πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή με την πορεία των τιμών του πετρελαίου και των καυσίμων.
Όπως τόνισε, η συμφωνία που έχει επιτευχθεί μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δημιουργεί προϋποθέσεις αποκλιμάκωσης στην περιοχή, με σημαντικότερο όφελος τη διασφάλιση της ομαλής διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους πλέον κρίσιμους διαδρόμους μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως.
«Η εξασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί το βασικό ζητούμενο και το σημαντικότερο κέρδος από αυτή τη συμφωνία», σημείωσε ο πρωθυπουργός, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα να μην υπάρξουν νέες αναταράξεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα στην περιοχή.
Ο κ. Μητσοτάκης επισήμανε ότι οι αγορές έχουν ήδη αντιδράσει θετικά στις εξελίξεις, καθώς καταγράφεται σημαντική αποκλιμάκωση στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει ευνοϊκά και το κόστος ενέργειας στην Ευρώπη. Όπως ανέφερε, η εξέλιξη αυτή αποτελεί κοινή προτεραιότητα για όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένης της άμεσης επίδρασης που έχει η ενέργεια στον πληθωρισμό και την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών.
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο διεθνούς αποστολής στην περιοχή του Ορμούζ, ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να συμμετάσχει μόνο υπό την προϋπόθεση ύπαρξης σαφούς διεθνούς νομιμοποίησης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Υπενθύμισε δε ότι η χώρα συμμετέχει ήδη ενεργά στην ευρωπαϊκή επιχείρηση «Aspides» στην Ερυθρά Θάλασσα, έχοντας αναδείξει την προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας σε βασική προτεραιότητα της εξωτερικής της πολιτικής.
Στο μέτωπο της αγοράς καυσίμων, ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε αισιόδοξος για τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης των τιμών. Όπως είπε, ήδη καταγράφεται μείωση που ξεπερνά τα 15 λεπτά ανά λίτρο στη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης, ενώ υπενθύμισε ότι συνήθως απαιτείται διάστημα περίπου μίας εβδομάδας ώστε η μείωση των διεθνών τιμών της πρώτης ύλης να περάσει πλήρως στην αντλία.
Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της αγοράς βρίσκονται σε διαρκή επιφυλακή, ώστε η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών να μεταφερθεί άμεσα στους καταναλωτές. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι όσο υποχωρούν οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, τόσο θα μειώνονται και οι πληθωριστικές πιέσεις στην ελληνική οικονομία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις συζητήσεις για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάνοντας λόγο για σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με το ύψος και τις προτεραιότητες των κοινοτικών δαπανών. Ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι η Ελλάδα υποστηρίζει έναν πιο φιλόδοξο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, ικανό να ανταποκριθεί στις αυξημένες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση.
Όπως τόνισε, η Αθήνα θεωρεί αδιαπραγμάτευτη τη διατήρηση των πόρων της Πολιτικής Συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, ενώ χαιρετίζει την πρόβλεψη για αυξημένη χρηματοδότηση δράσεων που σχετίζονται με τη μετανάστευση και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η νέα δομή του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού αντανακλά τις σύγχρονες προτεραιότητες της Ευρώπης και την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των κρατών-μελών απέναντι στις γεωπολιτικές και ενεργειακές προκλήσεις.
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε επίσης στις διεθνείς εξελίξεις που αφορούν τη Ρωσία και την Ουκρανία, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση θα πρέπει να έχει ως βασικό συνομιλητή την Ουκρανία. Σε περίπτωση που απαιτηθεί εκπροσώπηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε έναν τέτοιο διάλογο, εκτίμησε ότι τον ρόλο αυτό θα πρέπει να αναλάβει ο πρόεδρός του, Αντόνιο Κόστα.
Συνολικά, το μήνυμα που εξέπεμψε ο πρωθυπουργός από τις Βρυξέλλες ήταν ότι η αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, η διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και η ενίσχυση των ευρωπαϊκών πόρων για την ενεργειακή μετάβαση και την κλιματική προσαρμογή αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της οικονομικής και ενεργειακής σταθερότητας στην Ευρώπη.