«Θα ανακοινώσουμε τα τελικά δημοσιονομικά αποτελέσματα για το 2025. Όλα δείχνουν ότι η επίδοση θα είναι καλύτερη του αναμενομένου, με σημαντικά ισχυρότερη θέση, ιδίως όσον αφορά στο πλεόνασμα. Αυτό δημιουργεί, στο πλαίσιο πάντα των νέων δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, τον οποίο σκοπεύουμε να κατευθύνουμε προς τους πολίτες, ιδιαίτερα προς εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, με στοχευμένο τρόπο. Παράλληλα, η προσέγγιση αυτή αντανακλά και την πορεία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, η οποία είναι ξεκάθαρα αναπτυξιακή.»
Αυτό τόνισε ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Προέδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης στη συνάντηση με τους Αρχηγούς των Διπλωματικών Αποστολών της ΕΕ στην Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα
Όπως είπε:
« Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συζητούμε, προφανώς, τις πολιτικές που θα μπορέσουν να ανταποκριθούν με τον βέλτιστο τρόπο στις ανησυχίες πολιτών και επιχειρήσεων. Το πλαίσιο πολιτικής που έχει διαμορφωθεί δίνει έμφαση σε μέτρα προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα.
Και τα μέτρα που έχουμε λάβει σε εθνικό επίπεδο, τα οποία ανακοινώσαμε πριν από λίγες εβδομάδες, κινούνται σε αυτή τη λογική. Να αναφέρω ενδεικτικά ένα από αυτά: το Fuel Pass, ένα ενεργειακό επίδομα που έχει ως στόχο να διευκολύνει τους πολίτες που πλήττονται περισσότερο από την κρίση.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαμορφώνει και παρουσιάζει ένα πλαίσιο πολιτικών, το οποίο λειτουργεί ως κατευθυντήρια γραμμή για τα κράτη-μέλη, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις ανάγκες πολιτών και επιχειρήσεων. Προφανώς, η εξέλιξη των παρεμβάσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς θα διαμορφωθεί η κατάσταση το επόμενο διάστημα.
Θα ήθελα, τέλος, να επισημάνω έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα: η δημοσιονομική και η νομισματική πολιτική πρέπει να κινούνται σε συντονισμό. Δεν θα πρέπει να λαμβάνονται δημοσιονομικά μέτρα που έρχονται σε αντίθεση με τη νομισματική πολιτική που ασκεί ανεξάρτητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ιδανικά, θα πρέπει να αποφύγουμε την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης σε δημοσιονομική κρίση. Αυτό σημαίνει ότι οι παρεμβάσεις μας πρέπει να είναι απολύτως στοχευμένες, «χειρουργικές», και να κινούνται εντός του πλαισίου πολιτικής που έχει διαμορφώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Κλείνοντας αυτό το σκέλος, και απαντώντας και στο ερώτημά σας, κύριε Πρέσβη, να πω ότι αυτό ήταν το βασικό θέμα που κυριάρχησε και κατά την εβδομάδα της Συνόδου του ΔΝΤ. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια πολύ μεγάλη κρίση. Κανείς μας δεν το εύχεται, ούτε το θεωρώ πιθανό, να επικρατήσει το δυσμενέστερο σενάριο. Ωστόσο, αν εξετάσουμε τις πιθανότητες, αξίζει να επαναλάβω κάτι που έχω ήδη αναφέρει δημόσια, επικαλούμενος τα λόγια του Fatih Birol, Εκτελεστικού Διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας: η κρίση αυτή έχει τη δυναμική να αποδειχθεί πιο σοβαρή από τις τρεις προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις μαζί.»
Η ομιλία
Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια και για την ευγενική πρόσκληση, κύριε Πρέσβη. Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι ξανά μαζί σας σε αυτή τη συζήτηση, προκειμένου να μιλήσουμε ανοιχτά για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θα ήθελα να ξεκινήσω με ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση, τόσο για την Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Υπό το πρίσμα των πρόσφατων γεωπολιτικών εξελίξεων, παρατηρούμε μια εξαιρετικά πυκνή αλληλουχία γεγονότων τους τελευταίους μήνες. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στις συζητήσεις του Eurogroup και του ECOFIN. Συχνά μοιάζει σαν κάθε μήνας να φέρνει ένα νέο θέμα, με τις δικές του προκλήσεις και τους δικούς του κινδύνους. Σε μεγάλο βαθμό λειτουργούμε σε καθεστώς διαρκούς διαχείρισης κρίσεων, κάτι που έγινε ιδιαίτερα εμφανές και κατά την πρόσφατη Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσινγκτον, όπου πολλά από αυτά τα ζητήματα συζητήθηκαν εκτενώς.
Ξεκινώντας από την Ελλάδα, θα ήθελα να σημειώσω ότι αύριο θα ανακοινώσουμε τα τελικά δημοσιονομικά αποτελέσματα για το 2025. Όλα δείχνουν ότι η επίδοση θα είναι καλύτερη του αναμενομένου, με σημαντικά ισχυρότερη θέση, ιδίως όσον αφορά στο πλεόνασμα. Αυτό δημιουργεί, στο πλαίσιο πάντα των νέων δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, τον οποίο σκοπεύουμε να κατευθύνουμε προς τους πολίτες, ιδιαίτερα προς εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, με στοχευμένο τρόπο. Παράλληλα, η προσέγγιση αυτή αντανακλά και την πορεία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, η οποία είναι ξεκάθαρα αναπτυξιακή.
Τα τελευταία χρόνια, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κινείται περίπου στο διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Προσπαθούμε να καλύψουμε το χαμένο έδαφος μετά από μια υπαρξιακή κρίση την προηγούμενη δεκαετία, κατά την οποία χάθηκε περίπου το 25% του ΑΕΠ. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουμε επιτύχει βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.
Βρισκόμαστε, θα έλεγα, σε έναν θετικό κύκλο ανατροφοδότησης. Έχουμε καταφέρει να επιτύχουμε βιώσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα, τη μεγαλύτερη και ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους στην Ευρώπη, και ταυτόχρονα θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Όλα αυτά βασίζονται σε μια βασική προϋπόθεση: τη σταθερότητα, τόσο δημοσιονομική όσο και πολιτική και, κυρίως, στις μεταρρυθμίσεις. Θα επαναλάμβανα τη λέξη «μεταρρυθμίσεις» πολλές φορές: μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις. Είναι ο μόνος μηχανισμός που μπορεί να διασφαλίσει διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Ταυτόχρονα, πλησιάζουμε σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά ανεργίας. Εφόσον συνεχιστεί η παρούσα τάση, εκτιμούμε ότι θα το επιτύχουμε σύντομα.
Ο τραπεζικός τομέας παρουσιάζει συνεχή βελτίωση, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώνονται σημαντικά.
Σε ό,τι αφορά στις προβλέψεις για την οικονομία, αναμένουμε και στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων για την ανάπτυξη το 2026, καθώς και ανοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό.
Αυτό αποτελεί συνέπεια της κρίσης που έχουμε μπροστά μας, ιδίως σε ό,τι αφορά τα Στενά του Ορμούζ και τη συνολική κρίση στη Μέση Ανατολή. Επιτρέψτε μου να σταθώ λίγο σε αυτό, περνώντας παράλληλα και στη ευρύτερη ευρωπαϊκή εικόνα.
Η αίσθηση είναι ότι το βάθος της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ θα εξαρτηθεί από τρεις βασικούς παράγοντες:
Ο πρώτος είναι η διάρκεια. Θα έλεγα ότι η διάρκεια είναι η λέξη-κλειδί. Για πόσο χρονικό διάστημα θα παραμείνουν τα Στενά σε κατάσταση αβεβαιότητας ή ακόμη και κλειστά;
Ο δεύτερος παράγοντας είναι το επίπεδο των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Τις προηγούμενες εβδομάδες, τα διαθέσιμα στοιχεία κατέγραφαν περίπου 80 ενεργειακές εγκαταστάσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα, εκ των οποίων οι 30 είναι σε σοβαρή κατάσταση.
Και ο τρίτος παράγοντας είναι το ποιο θα είναι το καθεστώς στα Στενά του Ορμούζ μετά το τέλος της κρίσης. Διότι αυτό το καθεστώς θα αποτιμηθεί και θα ενσωματωθεί στις αγορές.
Οι τρεις αυτοί παράγοντες, συνολικά, καθορίζουν το εύρος των πιθανών εκβάσεων της τρέχουσας κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Θα πρόσθετα ότι πρέπει να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι πολιτικές που λαμβάνονται σε περιόδους κρίσης τείνουν να έχουν διάρκεια στον χρόνο. Αν ανατρέξει κανείς στη δεκαετία του 1970 και στην τότε ενεργειακή κρίση, θα δει μια σειρά από συνέπειες, ορισμένες θετικές, άλλες αρνητικές.
Για παράδειγμα, τότε ιδρύθηκε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA), κάτι που σήμερα αποδεικνύεται εξαιρετικά σημαντικό. Η ύπαρξη του IEA διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της τρέχουσας κρίσης. Ακόμη και η πρόσφατη δυνατότητα απελευθέρωσης 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα αποτέλεσε μια ιδιαίτερα σημαντική παρέμβαση.
Μετά την κρίση της δεκαετίας του ’70 υπήρξε επίσης στροφή προς την πυρηνική ενέργεια. Περίπου το 40% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος αναπτύχθηκε μετά την πετρελαϊκή κρίση. Την ίδια περίοδο ενισχύθηκε σημαντικά το ενδιαφέρον για τους ενεργειακούς πόρους της Σοβιετικής Ένωσης, δηλαδή της σημερινής Ρωσίας, ενώ επιταχύνθηκε και η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα.
Αναφέρω αυτά τα παραδείγματα για να υπογραμμίσω ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε περιόδους κρίσης μπορούν να έχουν επιπτώσεις που διαρκούν δεκαετίες.
Για τον λόγο αυτό, είναι κρίσιμο σήμερα να έχουμε επίγνωση ότι κάθε απόφαση που λαμβάνουμε, είτε ως κράτη-μέλη, είτε συλλογικά ως Ευρώπη, μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες, οι οποίες δεν είναι πάντοτε προβλέψιμες.
Έχουμε συχνά την τάση να υπερεκλογικεύουμε το παρελθόν, να δραματοποιούμε το παρόν και να υποτιμούμε το μέλλον. Και σε αυτή τη συγκυρία, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε το μέλλον.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συζητούμε, προφανώς, τις πολιτικές που θα μπορέσουν να ανταποκριθούν με τον βέλτιστο τρόπο στις ανησυχίες πολιτών και επιχειρήσεων. Το πλαίσιο πολιτικής που έχει διαμορφωθεί δίνει έμφαση σε μέτρα προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα.
Και τα μέτρα που έχουμε λάβει σε εθνικό επίπεδο, τα οποία ανακοινώσαμε πριν από λίγες εβδομάδες, κινούνται σε αυτή τη λογική. Να αναφέρω ενδεικτικά ένα από αυτά: το Fuel Pass, ένα ενεργειακό επίδομα που έχει ως στόχο να διευκολύνει τους πολίτες που πλήττονται περισσότερο από την κρίση.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαμορφώνει και παρουσιάζει ένα πλαίσιο πολιτικών, το οποίο λειτουργεί ως κατευθυντήρια γραμμή για τα κράτη-μέλη, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις ανάγκες πολιτών και επιχειρήσεων. Προφανώς, η εξέλιξη των παρεμβάσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς θα διαμορφωθεί η κατάσταση το επόμενο διάστημα.
Θα ήθελα, τέλος, να επισημάνω έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα: η δημοσιονομική και η νομισματική πολιτική πρέπει να κινούνται σε συντονισμό. Δεν θα πρέπει να λαμβάνονται δημοσιονομικά μέτρα που έρχονται σε αντίθεση με τη νομισματική πολιτική που ασκεί ανεξάρτητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ιδανικά, θα πρέπει να αποφύγουμε την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης σε δημοσιονομική κρίση. Αυτό σημαίνει ότι οι παρεμβάσεις μας πρέπει να είναι απολύτως στοχευμένες, «χειρουργικές», και να κινούνται εντός του πλαισίου πολιτικής που έχει διαμορφώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Κλείνοντας αυτό το σκέλος, και απαντώντας και στο ερώτημά σας, κύριε Πρέσβη, να πω ότι αυτό ήταν το βασικό θέμα που κυριάρχησε και κατά την εβδομάδα της Συνόδου του ΔΝΤ. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια πολύ μεγάλη κρίση. Κανείς μας δεν το εύχεται, ούτε το θεωρώ πιθανό, να επικρατήσει το δυσμενέστερο σενάριο. Ωστόσο, αν εξετάσουμε τις πιθανότητες, αξίζει να επαναλάβω κάτι που έχω ήδη αναφέρει δημόσια, επικαλούμενος τα λόγια του Fatih Birol, Εκτελεστικού Διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας: η κρίση αυτή έχει τη δυναμική να αποδειχθεί πιο σοβαρή από τις τρεις προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις μαζί.
Αν δει κανείς τις απώλειες σε όρους εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως το 1973 και το 1979, το σύνολο ήταν περίπου 10 εκ. βαρέλια ημερησίως. Σήμερα βρισκόμαστε σε επίπεδα της τάξης των μείον 13 εκ. βαρελιών. Αντίστοιχα, στο φυσικό αέριο, σε σύγκριση με το 2022, η ετήσια απώλεια παραγωγής, αν την προσεγγίσουμε σε ετήσια βάση, είναι σήμερα μεγαλύτερη. Τότε είχαμε μείωση περίπου 75 δισ. κυβικών μέτρων (από 155 σε 80), ενώ σήμερα η εκτίμηση αγγίζει τα 110.
Προφανώς, οι ενεργειακοί πόροι που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ κατευθύνονται κυρίως προς την Ασία, τόσο σε ό,τι αφορά το φυσικό αέριο όσο και το πετρέλαιο. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της κρίσης είναι παγκόσμιος. Και δεν περιορίζεται μόνο στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά επεκτείνεται στα λιπάσματα, στα πετροχημικά, ακόμη και στο ήλιο. Πρόκειται για μια κρίση με ευρύτερες, συστημικές διαστάσεις.
Ιδανικά, θα πρέπει να λάβει τέλος το συντομότερο δυνατόν. Και γι’ αυτό, όπως ανέφερα, η διάρκεια είναι η λέξη-κλειδί. Αυτό ήταν και το βασικό μας σημείο ανησυχίας.
Επιτρέψτε μου να προσθέσω ένα ακόμη θέμα, πριν περάσω σε πιο αυστηρώς ευρωπαϊκά ζητήματα πολιτικής: την τεχνητή νοημοσύνη.
Έχετε δει τις πρόσφατες εξελίξεις, με την πρόοδο που σημειώνεται σε ολοένα και πιο ισχυρά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, και σίγουρα σε ευρωπαϊκό, έχει ήδη ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για τη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης. Πρόκειται για ένα ζήτημα που σκοπεύω να θέσω και στο Eurogroup.
Δεδομένου και του προσωπικού μου υπόβαθρου στον ψηφιακό τομέα, υπάρχει μια σαφής πεποίθηση ότι η διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά εθνική, ούτε αμερικανική, ούτε κινεζική, ούτε καν ευρωπαϊκή από μόνη της. Απαιτείται μια παγκόσμια προσέγγιση.
Το ζήτημα είναι εξαιρετικά μεγάλο. Η ανάπτυξη και η ευρεία χρήση τέτοιων αλγορίθμων μπορεί να έχει τεράστιο αντίκτυπο, και γι’ αυτό χρειάζεται να αναπτύξουμε τα κατάλληλα θεσμικά εργαλεία για να μπορέσουμε να διαχειριστούμε την κατάσταση αποτελεσματικά.
Η ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης είναι εκθετική, σε βαθμό που πολλές φορές είναι δύσκολο ακόμη και να την αντιληφθούμε πλήρως. Ο ανθρώπινος νους αντιλαμβάνεται τον κόσμο γραμμικά, ενώ η εξέλιξη εδώ είναι εκθετική. Την ίδια στιγμή, τα πολιτικά συστήματα και οι πολιτικές αντιδράσεις τείνουν να κινούνται με ρυθμούς «υπο-γραμμικούς», ούτε καν γραμμικούς.
Άρα, πρέπει να είμαστε σε θέση να κινηθούμε με μεγάλη ταχύτητα σε έναν τομέα του οποίου τις συνέπειες δεν έχουμε ακόμη πλήρως κατανοήσει.
Τελευταίο σημείο: ποια θα πρέπει να είναι η ευρωπαϊκή απάντηση σε αυτές τις προκλήσεις;
Σε μεγάλο βαθμό, πρόκειται για ζητήματα που τέθηκαν και στις συζητήσεις μεταξύ των Ευρωπαίων υπουργών στο πλαίσιο των συναντήσεων του ΔΝΤ. Χρειαζόμαστε περαιτέρω ενίσχυση της «οικονομικής μας αρχιτεκτονικής», να ενισχύσουμε το κοινό μας οικοδόμημα, ακόμη περισσότερο και ακόμη καλύτερα.
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investment Union – SIU) αποτελεί το μεγάλο εγχείρημα πολιτικής της γενιάς μας. Είναι ένα σύνθετο έργο, δύσκολο να αποτυπωθεί επικοινωνιακά, καθώς περιλαμβάνει πολλαπλά επιμέρους πεδία: την ενοποίηση και ενίσχυση του τραπεζικού τομέα, την άρση των εμποδίων μεταξύ των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, την ενοποίηση των χρηματιστηριακών αγορών, και πολλά ακόμη.
Το κόστος ευκαιρίας από τη μη υλοποίηση της SIU είναι τεράστιο. Και είναι τεράστιο για κάθε χώρα ξεχωριστά. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όλοι κατ’ αρχήν συμφωνούμε με την κατεύθυνση αυτή, αλλά συχνά συνοδεύουμε τη θέση μας με «εθνικούς αστερίσκους». Ωστόσο, αυτή η στάση φαίνεται πλέον να υποχωρεί σταδιακά. Υπάρχει μια αυξανόμενη κατανόηση ότι το κόστος της αδράνειας είναι πολύ υψηλό.
Οι εκθέσεις Draghi και Letta αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτό το κόστος. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το επίπεδο του ΑΕΠ στην Ευρώπη θα μπορούσε να είναι κατά 5% έως 7% υψηλότερο με την πλήρη υλοποίηση της SIU. Αυτό θα αποτυπωνόταν στην ανάπτυξη κάθε χώρας, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στο επίπεδο των μισθών.
Η επίδραση θα ήταν οριζόντια, σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία.
Και για να μπορούμε να έχουμε πραγματική επιρροή σε συζητήσεις όπως αυτές που αναφέραμε, είτε πρόκειται για την ενεργειακή κρίση της περιόδου αυτής, είτε για τη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης, είμαστε όλοι ισχυρότεροι όταν δρούμε ως ένα.
Χρειαζόμαστε μια πραγματικά ενιαία αγορά, ώστε να μπορούμε να αξιοποιήσουμε το μέγεθος και τη δυναμική μιας οικονομικής υπερδύναμης σε αυτές τις συζητήσεις.
Σκοπεύουμε να προχωρήσουμε, και αυτό είναι και το πλαίσιο εντολής που έχουμε λάβει ως υπουργοί Οικονομικών από τους ηγέτες, στην προώθηση της υλοποίησης της SIU. Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο μέτρο, αλλά για ένα σύνολο πολιτικών παρεμβάσεων, όπως ήδη ανέφερα.
Η Κυπριακή Προεδρία έχει επιταχύνει αυτή τη συζήτηση και, από όσο γνωρίζω, και η Ιρλανδική Προεδρία θα συνεχίσει προς την ίδια κατεύθυνση. Πρέπει να κινηθούμε με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα για να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των ηγετών. Ωστόσο, είμαι αισιόδοξος ότι θα τα καταφέρουμε.
Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στο ψηφιακό ευρώ, το οποίο αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα που συζητείται αυτή τη στιγμή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με ορίζοντα υλοποίησης το 2029.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν επιλέξει την ανάπτυξη ψηφιακού δολαρίου, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ιδιωτική καινοτομία στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ιδίως στα stablecoins. Στις ΗΠΑ υπάρχει ήδη σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο, το λεγόμενο Genius Act, το οποίο λειτουργεί ως αντίστοιχο του ευρωπαϊκού κανονισμού MiCA.
Ομοίως, στην Ευρώπη επιτρέπουμε την ανάπτυξη ιδιωτικής καινοτομίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ωστόσο, ο πυρήνας της στρατηγικής μας είναι το ψηφιακό ευρώ.
Οφείλουμε να κινηθούμε ταχύτερα, διότι η τεχνολογική εξέλιξη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι εξίσου έντονη και εκθετική. Κάθε μήνας καθυστέρησης μετρά.
Πρέπει να ενισχύσουμε το αποτύπωμα του ευρώ διεθνώς. Οι χώρες της Ευρωζώνης αναγνωρίζουν την ανάγκη να ενισχυθεί η διεθνής παρουσία του νομίσματος, και το βασικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι το ψηφιακό ευρώ.
Συνοψίζοντας, αυτά είναι τα βασικά ζητήματα που συζητήσαμε, τόσο στο πλαίσιο των συναντήσεων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας όσο και στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών.
Σας ευχαριστώ και πάλι θερμά για την πρόσκληση. Και τώρα που θα κλείσουν οι κάμερες, θα χαρώ πολύ να απαντήσω στις ερωτήσεις σας πιο άμεσα.