Ανατροπή στις αρχικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν φέρνει το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ που έχει εκτοξεύσει την τιμή του πετρελαίου σταθερά πάνω από τα 100 δολ/βαρέλι.
Κομισιόν και ΕΚΤ εκφράζουν πλέον έντονα την ανησυχία τους για τη διάρκεια του πολέμου ο οποίος διανύει ήδη τον δεύτερο μήνα, διαψεύδοντας τις αρχικές εκτιμήσεις για σύντομη λήξη του. Στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη θεωρούν ότι αν ο πόλεμος δεν τελειώσει εντός του Απριλίου, το ενεργειακό σοκ που έχει προκαλέσει θα μετατραπεί σε σοβαρή ενεργειακή κρίση με ανυπολόγιστες, προς το παρόν, συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Αυτές θα είναι ακόμη πιο ισχυρές για την ευρωπαϊκή οικονομία λόγω του μεγάλου βαθμού εξάρτησής της απο τα ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο και φυσικό αέριο).
Γι’ αυτό το τέλος Απριλίου θεωρείται ορόσημο, τουλάχιστον από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε ό,τι αφορά την λήψη των αποφάσεων της για τα επιτόκια. Ευρωπαϊκές πηγές προεξοφλούν ότι στην επόμενη συνεδρίασή της στις 30 Απριλίου η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων κατά 0,25 της μονάδας αν δεν έχει τελειώσει ο πόλεμος έως τότε. Στο επιτελείο της ΕΚΤ επικρατεί έντονη ανησυχία για την τροπή του πολέμου, όπως άλλωστε αυτό αποτυπώνεται σε όλες τις δηλώσεις της επικεφαλής της, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία χτυπάει καμπανάκι κινδύνου για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη
Το βασικό σενάριο με βάση το οποίο κινείται πλέον η ΕΚΤ προβλέπει ότι το δεύτερο τρίμηνο εφέτος οι μέσες τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα είναι τα 90 δολάρια/βαρέλι και τα 50 ευρώ/MWh αντίστοιχα. Αυτό οδηγεί σε μείωση των ρυθμών ανάπτυξης για την ευρωζώνη το 2026 στο 0,9% από 1,2% προηγούμενης πρόβλεψης. Δηλαδή, με βάση το σενάριο αυτό, η ανάπτυξη θα είναι χαμηλότερη εφέτος κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις εκτιμήσεις πριν τον πόλεμο στο Ιραν. Ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί στο 2,6% παρουσιάζοντας σαφή επιδείνωση συγκριτικά με την προηγούμενη πρόβλεψη που τον τοποθετούσε στο 1,9% εφέτος. Πρόκειται για επιδείνωση 0,7 ποσοστιαίων μονάδων που αφορούν κυρίως την αύξηση του ενεργειακού κόστους από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Στο δυσμενές σενάριο, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου το δεύτερο τρίμηνο τοποθετούνται υψηλότερα, στα 119 δολάρια/βαρέλι και στα 87 ευρώ/MWh αντίστοιχα. Το σενάριο αυτό βασίζεται στην πρόβλεψη ότι το δεύτερο τρίμηνο εφέτος διαταράσσεται το 40% των ροών πετρελαίου και LNG που διέρχονται από τα στενά του Ορμούζ λόγω του αποκλεισμού που έχει ήδη επιβάλει το Ιραν, χωρίς να υπάρχουν καταστροφές στις ενεργειακές υποδομές των χωρών του Κόλπου. Με αυτά τα επίπεδα τιμών στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο ο πληθωρισμός αναμένεται να σκαρφαλώσει στο 3,5% εφέτος, ενώ η ανάπτυξη θα προσγειωθεί στο 0,6%
Τέλος στο ακραίο σενάριο της ΕΚΤ που λαμβάνει ώς υπόθεση ότι το δεύτερο τρίμηνο εφέτος οι τιμές του πετρελαίου θα φθάσουν ώς τα 145 δολάρια/βαρέλι και οι τιμές του φυσικού αερίου στα 106 ευρώ/MWh o πληθωρισμός προβλέπεται να εκτιναχθεί στο 4,4% το 2026 και στο 4,8% το 2027, ενώ η ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 0,4% εφέτος και 0,9% το 2027.
Παράπλευρη απώλεια του πολέμου η αύξηση των αποδόσεων στα ομόλογα – Συστάσεις της ΕΕ για δημοσιονομική συγκράτηση
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει μεγάλες παράπλευρές απώλειες στην παγκόσμια οικονομία, κυρίως στις χώρες που εισάγουν ενέργεια, επιβαρύνοντας τους καταναλωτές με τις μεγάλες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και τον υψηλότερο πληθωρισμό που αυτές προκαλούν.
Ο υψηλότερος πληθωρισμός πιέζει τις κεντρικές τράπεζες να κινηθούν σε μία τροχιά αύξησης των επιτοκίων, η οποία θα επιβαρύνει άμεσα τους δανειολήπτες και έμμεσα όλη την οικονομία καθώς θα περιορίσει την ανάπτυξη.
Η προοπτική αύξησης των επιτοκίων συμπαρασύρει, με τη σειρά της, ανοδικά τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, επιβαρύνοντας το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων.
Οι αποδόσεις όλων των κρατικών ομολόγων, από την Αμερική και την Ευρώπη έως την Ασία, άρχισαν να αυξάνονται αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου στο τέλος του Φεβρουαρίου, με σημαντικές διακυμάνσεις στην ανοδική πορεία τους, ανάλογα με τις ελπίδες ή τις προσδοκίες των επενδυτών για τον χρόνο τερματισμού της σύγκρουσης.
Στις δευτερογενείς αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης, οι αποδόσεις στις 2 Απριλίου ήταν αυξημένες από περίπου 30 μονάδες βάσης (0,3 της ποσοστιαίας μονάδας) για τους γερμανικούς 10ετείς τίτλους έως περίπου 50 μ.β. για τους αντίστοιχους ιταλικούς τίτλους. Τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου, ωστόσο, η άνοδος ήταν ακόμη μεγαλύτερη και έφθασε έως και τις 75 μ.β. για την Ιταλία, μετά την παρέλευση άπρακτης της πρώτης πενθήμερης προθεσμίας που είχε δώσει ο Πρόεδρος Τραμπ στο Ιράν για την επίτευξη συμφωνίας τερματισμού του πολέμου, υπό την απειλή μαζικών επιθέσεων στα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.
Η απόδοση για τα 10ετή ομόλογα του ελληνικού δημοσίου διαμορφωνόταν την περασμένη Πέμπτη στο 3,79% από 3,35% στις 2 Μαρτίου, καταγράφοντας μία αύξηση 44 μ.β. σε διάστημα ενός μήνα. Η αύξηση αυτή ήταν μικρότερη από αυτή που σημειώθηκε στα ιταλικά ομόλογα και οριακά μικρότερη σε σχέση με των βρετανικών ομολόγων (45 μ.β.), μία εξέλιξη που δείχνει και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών ότι θα συνεχισθεί η καλή δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας και η μείωση του υψηλού δημόσιου χρέους της.
Αν η Ελλάδα έβγαινε στις αγορές με την εικόνα που υπήρχε την Πέμπτη στις αγορές ομολόγων, θα δανειζόταν φθηνότερα από τη Βρετανία, όπου η απόδοση του 10ετούς τίτλου της ανερχόταν στο 4,83%, τις ΗΠΑ (4,30%) και την Ιταλία (3,85%).
Στις εξελίξεις στην αγορά ομολόγων αναφέρθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην εισήγηση που έκανε προς το Eurogroup στις 27 Μαρτίου, με την οποία συνέστησε στους Υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης προσοχή στον σχεδιασμό των μέτρων στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που πλήττονται από τον αντίκτυπο του πολέμου.
Η Κομισιόν τόνισε ότι τα μέτρα πρέπει να είναι στοχευμένα και προσωρινά και στο πλαίσιο των πολιτικών που έχουν συμφωνήσει οι χώρες για τη μεσοπρόθεσμη πορεία των καθαρών δαπανών τους. Πρόσθεσε ότι τα δημοσιονομικά ελλείματα και το χρέος είναι πολύ υψηλά σε αρκετές χώρες της ΕΕ και ότι, με τα σημερινά δεδομένα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η γενική ρήτρα διαφυγής από τους δημοσιονομικούς κανόνες ούτε και οι εθνικές ρήτρες διαφυγής.
«Η πρόσφατη αβεβαιότητα έχει συμβάλει σε αυξημένες διακυμάνσεις και ανοδική πίεση στις αποδόσεις κρατικών ομολόγων σε όλη την Ευρώπη. Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις που εκπορεύονται από τις τιμές ενέργειας επιμείνουν, το κόστος δανεισμού για τις κυβερνήσεις θα μπορούσε να παραμείνει υψηλό. Στο πλαίσιο αυτό, η εφαρμογή του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ αποτελεί βασική άγκυρα για τη διατήρηση της αξιοπιστίας των δημόσιων οικονομικών των χωρών και τον περιορισμό της επίπτωσης στο κόστος δανεισμού», σημείωσε η Κομισιόν.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ