Μια οικονομία με βελτιωμένα θεμελιώδη μεγέθη, αλλά εκτεθειμένη σε εξωτερικούς — κυρίως ενεργειακούς και γεωπολιτικούς — κινδύνους, που θα κρίνουν την ένταση και τη διάρκεια της αναπτυξιακής δυναμικής τα επόμενα χρόνια σκιαγραφεί το ΔΝΤ τα συμπεράσματα της διαβούλευσης Άρθρου IV και του Προγράμματος Αξιολόγησης Χρηματοπιστωτικού Τομέα (FSAP),
Στο φόντο αυτό, καθοριστικό παράγοντα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) τις εξελίξεις στο ενεργειακό μέτωπο, προειδοποιώντας ότι οι αυξημένες τιμές ενέργειας — σε συνδυασμό με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή — ενδέχεται να πλήξουν την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό.
Αναλυτικά με βάση ενημέρωση που έκανε το μεσημέρι της Τρίτης, το κλιμάκιο του Δ.Ν.Τ για την Ελλάδα που επισκέπτεται την Ελλάδα για να συντάξει μετά από δύο δεκαετίες έκθεση για το πιστωτικό σύστημα (Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα - FSAP) και αποτελείται από τον επικεφαλής Joong Shik Kang και τον αρμόδιο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα Charles Cohen, οι βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας παραμένουν ευνοϊκές, αλλά μια «παρατεταμένη σύγκρουση» στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επιβαρύνει την εγχώρια και εξωτερική ζήτηση και να αποδυναμώσει τις ροές κεφαλαίων.
«Οι αυξημένες τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση που σχετίζονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό», ανέφερε το ΔΝΤ με αφοσμή την ολοκλήρωση της διαβούλευσης Άρθρου IV για τη χώρα.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της διαβούλευσης Άρθρου IV και του Προγράμματος Αξιολόγησης Χρηματοπιστωτικού Τομέα (FSAP), οι ενεργειακές ανατιμήσεις αναμένεται να οδηγήσουν βραχυπρόθεσμα σε άνοδο του πληθωρισμού και διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, πριν αυτά επανέλθουν σε καθοδική τροχιά.
Το ΔΝΤ τονίζει ότι οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση για την αντιμετώπιση ενεργειακών σοκ θα πρέπει να είναι στοχευμένη και προσωρινή, με έμφαση στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών μέσω του κοινωνικού δικτύου.
Επίσης, ενδεχόμενη στήριξη, όπως αναφέρεται, προς τις επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι προσωρινή, συντονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, περιορισμένη σε βιώσιμες ενεργοβόρες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν χρηματοοικονομικές πιέσεις και συνδεδεμένη με ενέργειες για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη ευρωπαϊκού συντονισμού για τέτοιες παρεμβάσεις, ώστε να περιοριστούν οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι.
Υποβάθμιση ανάπτυξης εν μέσω αβεβαιότητας
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΔΝΤ αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026 στο 1,8% από 2%, επίπεδο χαμηλότερο και από την εκτίμηση του κρατικού προϋπολογισμού (2,4%).
Αν και οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν θετικές, το Ταμείο επισημαίνει ότι μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση (εγχώρια και εξωτερική), τις ροές κεφαλαίων και την εμπιστοσύνη των αγορών.
Η ανακοίνωση του ΔΝΤ
Η ισχυρή εγχώρια ζήτηση και οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του Next Generation EU (NGEU) στηρίζουν τη δυναμική ανάπτυξη, αλλά οι προοπτικές σκιάζονται από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Η Ελλάδα είναι καλά τοποθετημένη για να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κραδασμούς, καθώς τα οικονομικά του δημόσιου τομέα συνεχίζουν να ενισχύονται — όπως αποτυπώνεται στη ταχεία μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ — και η δημοσιονομική πολιτική μετατοπίζεται ορθά προς τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και της προσιτότητας της στέγασης.
Ο κατάλληλος συνδυασμός πολιτικής, με επίκεντρο τη διατήρηση μιας φιλικής προς την ανάπτυξη αλλά συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση διαρθρωτικών εμποδίων — χαμηλές συνολικές επενδύσεις, υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας και δυσμενείς δημογραφικές τάσεις — θα συμβάλει στη διατήρηση της μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και στην προώθηση ισορροπημένης και βιώσιμης ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα.