Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε το Σάββατο ότι οι ΗΠΑ ξεκίνησαν «μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις» στο Ιράν, προειδοποιώντας ότι ενδέχεται να υπάρξουν Αμερικανοί στρατιώτες θύματα των επιθέσεων.
Τα πλήγματα, σύμφωνα με τον Τραμπ, στοχεύουν στην καταστροφή ιρανικών πυραύλων και την εξουδετέρωση του ναυτικού της χώρας. Η κίνηση αυτή ακολουθεί επανειλημμένες προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ ότι θα πλήξουν ξανά το Ιράν, εάν συνεχιστούν τα πυρηνικά και βαλλιστικά του προγράμματα.
«Η κυβέρνησή μου έχει λάβει κάθε μέτρο για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο για το προσωπικό μας στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, το ιρανικό καθεστώς επιδιώκει να σκοτώσει», δήλωσε ο Τραμπ σε βίντεο που ανήρτησε στην πλατφόρμα Truth Social. «Οι ζωές γενναίων Αμερικανών ηρώων μπορεί να χαθούν και θα υπάρξουν απώλειες, κάτι που συμβαίνει συχνά σε πολέμους. Το κάνουμε όμως για το μέλλον. Είναι μια ευγενής αποστολή».
Επιχείρηση «Epic Fury» και διάρκειας ημερών
Το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι η επιχείρηση ονομάζεται «Epic Fury». Πρόκειται για τη δεύτερη φορά που οι ΗΠΑ πλήττουν το Ιράν από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο πέρυσι, μετά τα πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο. Αυτή τη φορά, οι επιθέσεις αναμένεται να εκτυλιχθούν σε διάστημα αρκετών ημερών.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενημέρωσε πριν από την επιχείρηση τα κορυφαία στελέχη του Κογκρέσου, γνωστά ως «Ομάδα των Οκτώ» (Gang of Eight), για τα σχέδια, ενώ βουλευτές εξέφρασαν ανησυχία για την απουσία στρατηγικού στόχου και τους κινδύνους κλιμάκωσης.
Κάλεσμα προς τους Ιρανούς να καταθέσουν τα όπλα
Στο μήνυμά του, ο Τραμπ απηύθυνε έκκληση προς τα μέλη των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης να καταθέσουν τα όπλα, υποσχόμενος ασυλία, ενώ προειδοποίησε ότι η εναλλακτική είναι «βέβαιος θάνατος». Παράλληλα, κάλεσε τους Ιρανούς πολίτες να αναλάβουν τον έλεγχο της κυβέρνησής τους μετά τις επιχειρήσεις, χαρακτηρίζοντας την ευκαιρία ως πιθανώς μοναδική για γενιές.
Οι δηλώσεις Τραμπ υπογραμμίζουν την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και ενισχύουν τους φόβους για περαιτέρω εξάπλωση της σύγκρουσης, με αβέβαιες συνέπειες για τη διεθνή ασφάλεια και σταθερότητα.
Πηγή: Reuters