Έντονο προβληματισμό προκαλεί στις διεθνείς αγορές ενέργειας η σημαντική μείωση των εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, καθώς παραμένει ασαφές εάν πρόκειται για μια προσωρινή εξέλιξη ή για μια βαθύτερη, διαρθρωτική μεταβολή στη ζήτηση της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου.
Η Κίνα, η οποία τα τελευταία χρόνια αποτελούσε τον βασικό κινητήριο μοχλό της αύξησης της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, εισήγαγε κατά μέσο όρο 11,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως την τελευταία πενταετία. Ωστόσο, από τον Απρίλιο και μετά οι εισαγωγές έχουν περιοριστεί περίπου στα 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ τον Ιούνιο οι παραδόσεις υποχώρησαν στο 40% των επιπέδων που καταγράφονταν πριν από τη σύγκρουση.
Η απότομη αυτή μείωση συνέβαλε στη συγκράτηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, καθώς σημαντικές ποσότητες αργού που προορίζονταν για την κινεζική αγορά κατευθύνθηκαν σε άλλες χώρες. Παράλληλα, όμως, δημιουργεί ερωτήματα για τη μελλοντική πορεία της παγκόσμιας ζήτησης, καθώς οι αναλυτές δυσκολεύονται να εκτιμήσουν κατά πόσο η υποχώρηση είναι παροδική ή μόνιμη.
Στο επίκεντρο των εκτιμήσεων βρίσκεται η ταχύτερη διείσδυση της ηλεκτροκίνησης στην Κίνα. Τα ηλεκτρικά και υβριδικά οχήματα αντιπροσώπευσαν τον Ιούνιο το 62% των νέων πωλήσεων αυτοκινήτων, καταγράφοντας νέο ιστορικό υψηλό. Παράλληλα, η κινεζική κυβέρνηση προωθεί την ηλεκτροδότηση των οδικών εμπορευματικών μεταφορών, με στόχο τη δραστική μείωση της κατανάλωσης ντίζελ τα επόμενα χρόνια.
Η τάση αυτή αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τη ζήτηση καυσίμων μεταφορών, η οποία απορροφά μεγάλο μέρος του αργού πετρελαίου που εισάγει η χώρα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Rystad Energy, η κατανάλωση βενζίνης και ντίζελ στην Κίνα θα μειωθεί ταχύτερα από ό,τι προβλεπόταν πριν από τον πόλεμο.
Παράλληλα, η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στη ζήτηση πετρελαίου. Η παρατεταμένη κρίση στον κλάδο των ακινήτων έχει περιορίσει τη δραστηριότητα στις κατασκευές, μειώνοντας την κατανάλωση καυσίμων, ενώ η ασθενέστερη βιομηχανική παραγωγή επηρεάζει και τη ζήτηση για πετροχημικά προϊόντα.
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι η πολιτική αποθεματοποίησης της Κίνας. Τα προηγούμενα χρόνια το Πεκίνο αύξησε σημαντικά τα στρατηγικά του αποθέματα πετρελαίου, αξιοποιώντας τις χαμηλότερες τιμές και ενισχύοντας την ενεργειακή του ασφάλεια. Η πρακτική αυτή φαίνεται να έχει περιοριστεί μετά την έναρξη της κρίσης, ωστόσο πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι θα μπορούσε να επανέλθει εφόσον οι διεθνείς τιμές υποχωρήσουν σε πιο ελκυστικά επίπεδα.
Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει και η πολιτική του Πεκίνου στις εξαγωγές καυσίμων. Οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης μείωσαν τα κίνητρα των κινεζικών διυλιστηρίων να αυξήσουν την παραγωγή και, κατ’ επέκταση, τις εισαγωγές αργού πετρελαίου. Η πορεία των εξαγωγών βενζίνης, ντίζελ και πετροχημικών προϊόντων θα επηρεάσει σημαντικά τις ανάγκες της χώρας για νέες προμήθειες.
Παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις, αρκετοί αναλυτές θεωρούν πιθανό οι κινεζικές εισαγωγές να παραμείνουν μακροπρόθεσμα κατά 1 έως 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα. Εάν αυτό επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη διεθνή αγορά πετρελαίου των τελευταίων δεκαετιών, με άμεσες επιπτώσεις τόσο στις τιμές όσο και στις στρατηγικές των μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών.
Πηγή: Reuters