Η αποκλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Ιράν έφερε μια πρώτη ανακούφιση στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Οι τιμές του αργού επέστρεψαν κάτω από τα 75 δολάρια το βαρέλι, περίπου στα επίπεδα πριν από την έναρξη της κρίσης. Ωστόσο, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του στο Bloomberg ο Javier Blas, η υποχώρηση του αργού δεν μεταφράζεται σε φθηνότερα καύσιμα για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Αντίθετα, η παγκόσμια αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα ενεργειακή ανισορροπία: το πετρέλαιο γίνεται φθηνότερο, αλλά η βενζίνη, το diesel και τα αεροπορικά καύσιμα εξακολουθούν να διαμορφώνονται σε επίπεδα που αντιστοιχούν σε τιμές αργού άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι.
Η εξήγηση, σύμφωνα με τον γνωστό αναλυτή ενέργειας του Bloomberg, δεν βρίσκεται στην αγορά του αργού, αλλά στα διυλιστήρια.
Δεν λείπει το πετρέλαιο – λείπει η δυνατότητα επεξεργασίας του
Οι περισσότεροι παρακολουθούν καθημερινά την τιμή του Brent ή του αμερικανικού WTI θεωρώντας ότι αυτή καθορίζει το κόστος των καυσίμων. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που πληρώνει ο οδηγός στο πρατήριο εξαρτάται κυρίως από την τιμή των διυλισμένων προϊόντων.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στις δύο αγορές. Η τιμή του αργού ανεβαίνει ή πέφτει και ακολουθούν σχεδόν παράλληλα η βενζίνη και το diesel, με μοναδική διαφορά το περιθώριο διύλισης και το εμπορικό κέρδος.
Σήμερα όμως αυτή η σχέση έχει διαρραγεί.
Ο Τραμπ κατηγορεί τις πετρελαϊκές – ο Blas δείχνει τον πόλεμο
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε δημόσια τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες ότι διατηρούν τεχνητά υψηλές τις τιμές στα πρατήρια, παρά τη μεγάλη πτώση του αργού.
Ο Javier Blas θεωρεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος διαπιστώνει σωστά το πρόβλημα, αλλά αποδίδει λανθασμένα την αιτία.
Κατά τον ίδιο, δεν πρόκειται για αισχροκέρδεια των εταιρειών, αλλά για μια πρωτοφανή γεωπολιτική διαταραχή στην παγκόσμια βιομηχανία διύλισης.
Η Ουκρανία αλλάζει τους κανόνες της αγοράς
Η σημαντικότερη εξέλιξη προέρχεται από τη Ρωσία.
Τις τελευταίες εβδομάδες η Ουκρανία έχει εξαπολύσει διαδοχικές επιθέσεις με drones σε ρωσικά διυλιστήρια, επιδιώκοντας να πλήξει την παραγωγή καυσίμων και να αυξήσει το οικονομικό κόστος του πολέμου για τη Μόσχα.
Οι επιθέσεις έχουν πλέον φτάσει βαθιά στη ρωσική επικράτεια, ακόμη και 2.700 χιλιόμετρα από τα ουκρανικά σύνορα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται ο Blas:
- έχουν πληγεί 19 μεγάλα διυλιστήρια μέσα σε δύο μήνες,
- ορισμένα χτυπήθηκαν έως και τέσσερις φορές,
- επηρεάζεται δυναμικότητα περίπου 4,9 εκατ. βαρελιών ημερησίως,
- δηλαδή σχεδόν το 70% της συνολικής δυναμικότητας διύλισης της Ρωσίας.
Η παραγωγή diesel εκτιμάται ότι έχει μειωθεί περίπου κατά ένα τρίτο, ενώ σημαντικές είναι και οι απώλειες στη βενζίνη και τα αεροπορικά καύσιμα.
Από εξαγωγέας καυσίμων… εισαγωγέας
Η Ρωσία αποτελεί παραδοσιακά έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγείς diesel παγκοσμίως.
Σήμερα όμως η εικόνα έχει αντιστραφεί.
Η Μόσχα έχει απαγορεύσει τις εξαγωγές αρκετών προϊόντων προκειμένου να καλύψει την εγχώρια αγορά, ενώ στην αγορά κυκλοφορούν πληροφορίες ότι αναζητά εισαγωγές καυσίμων από την Κίνα και την Ινδία.
Την ίδια στιγμή, επειδή μεγάλο μέρος του αργού δεν μπορεί να επεξεργαστεί στα κατεστραμμένα διυλιστήρια, διοχετεύεται στις διεθνείς αγορές ως ακατέργαστο πετρέλαιο.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο:
- περισσότερη προσφορά αργού πιέζει προς τα κάτω τις τιμές του Brent,
- αλλά η μικρότερη παραγωγή βενζίνης και diesel εκτοξεύει τις τιμές των καυσίμων.
Εκρηκτικά περιθώρια διύλισης
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στο λεγόμενο 3-2-1 crack spread, τον βασικό δείκτη κερδοφορίας των διυλιστηρίων.
Ο δείκτης υπολογίζει χονδρικά το περιθώριο που προκύπτει όταν τρία βαρέλια αργού μετατρέπονται σε δύο βαρέλια βενζίνης και ένα βαρέλι diesel.
Σύμφωνα με τον Blas, το crack spread έχει εκτιναχθεί στα περίπου 60 δολάρια ανά βαρέλι, ιστορικό υψηλό.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος:
- από το 1985 έως το 2021 ο μέσος όρος ήταν περίπου 10,5 δολάρια,
- ακόμη και στη “χρυσή εποχή” των διυλιστηρίων, μεταξύ 2004 και 2008, δεν είχε ξεπεράσει ποτέ τα 30 δολάρια.
Η σημερινή εικόνα είναι χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Δεν φταίει μόνο η Ρωσία
Η κρίση όμως δεν περιορίζεται στις ρωσικές εγκαταστάσεις.
Ο Javier Blas επισημαίνει ότι αρκετοί ακόμη παράγοντες περιορίζουν την παγκόσμια δυνατότητα παραγωγής καυσίμων.
Μεταξύ αυτών:
- η αμερικανική κυβέρνηση αξιοποίησε τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου για να συγκρατήσει την άνοδο του αργού μετά την επίθεση κατά του Ιράν, αυξάνοντας την προσφορά ακατέργαστου πετρελαίου αλλά όχι καυσίμων,
- σημαντικό μέρος της διυλιστικής δυναμικότητας στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να υπολειτουργεί σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα,
- η Κίνα έχει περιορίσει σημαντικά τόσο τη λειτουργία των διυλιστηρίων της όσο και τις εξαγωγές καυσίμων, επιλέγοντας χαμηλότερους ρυθμούς επεξεργασίας.
Το 10% της παγκόσμιας διύλισης εκτός λειτουργίας
Η συνολική εικόνα είναι εντυπωσιακή.
Κατά τις εκτιμήσεις της αγοράς που επικαλείται ο Blas, περίπου 8 εκατ. βαρέλια ημερήσιας διυλιστικής δυναμικότητας βρίσκονται σήμερα εκτός λειτουργίας.
Πρόκειται για περίπου το 10% της παγκόσμιας δυνατότητας διύλισης, ποσότητα που αντιστοιχεί σε κατανάλωση μεγαλύτερη από εκείνη της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου μαζί.
Επιπτώσεις και στην Ευρώπη
Η κατάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, η οποία μετά την απώλεια των ρωσικών ενεργειακών ροών εξαρτάται περισσότερο από τις διεθνείς αγορές καυσίμων.
Οι υψηλές τιμές του diesel επηρεάζουν άμεσα:
- το μεταφορικό κόστος,
- τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές,
- τη γεωργία,
- τη βιομηχανία,
- αλλά και τον πληθωρισμό, καθώς αυξάνουν το κόστος σχεδόν σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Παράλληλα, οι ακριβότερες τιμές των αεροπορικών καυσίμων αυξάνουν το λειτουργικό κόστος των αεροπορικών εταιρειών σε μια περίοδο ιδιαίτερα υψηλής ταξιδιωτικής ζήτησης.
Ένα νέο ενεργειακό παράδοξο
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Javier Blas είναι ότι οι αγορές έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση, όπου η τιμή του αργού δεν αποτελεί πλέον επαρκή δείκτη για την πραγματική κατάσταση της ενεργειακής αγοράς.
Ακόμη και αν το Brent παραμείνει κοντά στα 70-75 δολάρια, οι καταναλωτές ενδέχεται να συνεχίσουν να πληρώνουν ακριβά τη βενζίνη και το diesel όσο η παγκόσμια διυλιστική ικανότητα παραμένει περιορισμένη.
Με την καλοκαιρινή ζήτηση στο βόρειο ημισφαίριο να κορυφώνεται και τις γεωπολιτικές εντάσεις να διατηρούνται, η πραγματική “στενωπός” της αγοράς δεν βρίσκεται πλέον στα κοιτάσματα πετρελαίου, αλλά στα διυλιστήρια που μετατρέπουν το αργό σε καύσιμα. Είναι αυτή η “αόρατη” κρίση που, σύμφωνα με τον Blas, εξηγεί γιατί η πτώση του πετρελαίου δεν έχει ακόμη περάσει στην αντλία.