Σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα διαμορφώθηκαν το 2025 οι εκπομπές από τις λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, υποχωρώντας στους 3,68 εκατ. τόνους CO₂. Ωστόσο, η εκρηκτική αύξηση των εκπομπών από μονάδες φυσικού αερίου —οι οποίες έφτασαν σε ιστορικό υψηλό 8,8 εκατ. τόνων— είχε ως αποτέλεσμα οι συνολικές εκπομπές του τομέα ηλεκτροπαραγωγής να παραμείνουν ουσιαστικά αμετάβλητες σε σύγκριση με το 2024.
Σύμφωνα με το μηνιαίο δελτίο του Green Tank για το ανθρακικό αποτύπωμα της ηλεκτροπαραγωγής, το οποίο βασίζεται στα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για το διασυνδεδεμένο σύστημα και τα μη διασυνδεδεμένα νησιά, οι συνολικές εκπομπές CO₂ το 2025 ανήλθαν σε 15,75 εκατ. τόνους, έναντι 15,77 εκατ. τόνων το 2024. Το επίπεδο αυτό υπερβαίνει κατά 5,55 εκατ. τόνους τον στόχο του αναθεωρημένου ΕΣΕΚ για το ίδιο έτος, που προβλέπει εκπομπές 10,2 εκατ. τόνων.
Παρά τη στασιμότητα των συνολικών εκπομπών, η ένταση άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής υποχώρησε σε νέο ιστορικό χαμηλό, στις 264,7 γρ. CO₂ ανά κιλοβατώρα. Η βελτίωση όμως σε σχέση με το 2024 περιορίστηκε στο 2,2%, σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης 14,5% που είχε καταγραφεί την προηγούμενη διετία. Η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά ουσιαστική απανθρακοποίηση του ενεργειακού μίγματος, αλλά κυρίως την αύξηση της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία ενισχύθηκε από εξαγωγές προς γειτονικές αγορές. Συνολικά, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανήλθε το 2025 σε 59,5 TWh από 58,3 TWh το 2024, γεγονός που περιόρισε τεχνικά την ένταση άνθρακα χωρίς αντίστοιχη μείωση των απόλυτων εκπομπών.
Καθοριστική επίδραση στη διατήρηση των εκπομπών σε υψηλά επίπεδα είχαν και οι αυξημένες περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ. Με βάση τις προβλέψεις ISP2 και ISP3 του ΑΔΜΗΕ, οι περικοπές ανανεώσιμης παραγωγής το 2025 εκτιμώνται στις 1.867 GWh, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 6,6% της συνολικής παραγωγής ΑΠΕ. Πρόκειται για ενέργεια που δεν απορροφήθηκε από το σύστημα λόγω περιορισμένης χωρητικότητας και έλλειψης επαρκών εργαλείων ευελιξίας, οδηγώντας σε μεγαλύτερη λειτουργία μονάδων λιγνίτη και φυσικού αερίου.
Εάν οι περικοπές αυτές είχαν αποφευχθεί και η αντίστοιχη πράσινη ενέργεια είχε αντικαταστήσει θερμική παραγωγή, το ανθρακικό αποτύπωμα της ηλεκτροπαραγωγής θα ήταν αισθητά χαμηλότερο. Με βάση τη μέση ένταση άνθρακα του 2025, εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί περίπου 0,92 εκατ. τόνοι CO₂. Σε αυτό το σενάριο, η ένταση άνθρακα δεν θα περιοριζόταν απλώς στα 264,7 γρ. CO₂/kWh, αλλά θα διαμορφωνόταν στα 249,2 γρ. CO₂/kWh — 5,9% χαμηλότερα από το πραγματικό επίπεδο του 2025 και 7,9% χαμηλότερα σε σχέση με το 2024. Ουσιαστικά, σχεδόν το σύνολο της ετήσιας βελτίωσης θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί μόνο μέσω καλύτερης αξιοποίησης των ΑΠΕ, χωρίς πρόσθετες παρεμβάσεις.
Σε επίπεδο καυσίμου, οι μονάδες φυσικού αερίου ευθύνονται πλέον για πάνω από το 55% των εκπομπών της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ το μερίδιο των λιγνιτικών μονάδων περιορίστηκε στο 23,4%. Παρά τη σημαντική μείωση των εκπομπών λιγνίτη σε σύγκριση με το 2015, η αύξηση των εκπομπών από φυσικό αέριο κατά 152% την τελευταία δεκαετία υπονομεύει την πορεία προς τους κλιματικούς στόχους. Για ακόμη μία χρονιά, ο λιγνιτικός σταθμός του Αγίου Δημητρίου αναδείχθηκε ως ο μεγαλύτερος ρυπαντής της χώρας, ευθυνόμενος για το 17,6% των εκπομπών της ηλεκτροπαραγωγής, παρότι κάλυψε μόλις το 3% της εγχώριας ζήτησης.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Green Tank, η υπέρβαση του διαθέσιμου «προϋπολογισμού άνθρακα» στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής κρίνεται ιδιαίτερα ανησυχητική. Το ΕΣΕΚ προβλέπει ότι έως το 2030 οι εκπομπές του κλάδου δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τους 4 εκατ. τόνους CO₂. Η απόκλιση που καταγράφηκε το 2025 θέτει πλέον υπό αμφισβήτηση όχι μόνο τον επιμέρους στόχο της ηλεκτροπαραγωγής, αλλά και τον συνολικό, νομικά δεσμευτικό εθνικό στόχο μείωσης των καθαρών εκπομπών κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030.