Σοβαρά ερωτήματα για την αναγκαιότητα των νέων υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου που σχεδιάζονται στην Ελλάδα, αλλά και για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του Κάθετου Διαδρόμου, θέτει νέα ανάλυση του Green Tank.
Σύμφωνα με τα ευρήματά της, οι δύο υφιστάμενοι ελληνικοί τερματικοί σταθμοί LNG επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση ορυκτού αερίου των χωρών της ευρύτερης περιοχής έως το 2040, εφόσον η κατανάλωση ακολουθήσει την πτωτική πορεία που προβλέπουν τα εθνικά ενεργειακά σχέδια. Ακόμη και σε ένα πιο ευνοϊκό για το φυσικό αέριο σενάριο, εκτιμάται ότι θα χρειαζόταν μόνο ένας από τους τέσσερις νέους τερματικούς σταθμούς που έχουν ανακοινωθεί.
Η μελέτη, με τίτλο «Κάθετος Διάδρομος: Ζήτηση αερίου και οικονομική βιωσιμότητα», εξετάζει τόσο την επάρκεια των ελληνικών υποδομών LNG όσο και το κόστος μεταφοράς του καυσίμου προς τις αγορές της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο σχεδιασμός νέων έργων κινδυνεύει να στηριχθεί σε προβλέψεις ζήτησης που δεν επιβεβαιώνονται από τα ίδια τα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα των εμπλεκόμενων χωρών.
Δύο διαφορετικά σενάρια ζήτησης
Το Green Tank εξέτασε δύο σενάρια για την εξέλιξη της κατανάλωσης ορυκτού αερίου έως το 2040. Το πρώτο προβλέπει αυξημένη χρήση του καυσίμου, ενώ το δεύτερο βασίζεται σε ταχύτερη απεξάρτηση, στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης και της ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Οι εκτιμήσεις βασίζονται κυρίως στα ΕΣΕΚ των κρατών που συμμετέχουν στον Κάθετο Διάδρομο. Η προβλεπόμενη ζήτηση συγκρίθηκε με τη συνολική δυναμικότητα των υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων ελληνικών τερματικών σταθμών, με την ιδιαίτερα απαιτητική παραδοχή ότι το σύνολο των αναγκών των χωρών του Διαδρόμου θα καλύπτεται από LNG που θα εισέρχεται μέσω Ελλάδας.
Ακόμη και υπό αυτή την παραδοχή, στο σενάριο ταχύτερης απεξάρτησης δεν απαιτείται κανένας νέος σταθμός. Μάλιστα, σύμφωνα με τη μελέτη, έως το 2035 θα μπορούσε να μην είναι αναγκαία ούτε η πλήρης αξιοποίηση και των δύο υφιστάμενων τερματικών.
Στο σενάριο αυξημένης κατανάλωσης αερίου, η εικόνα μεταβάλλεται, αλλά όχι σε βαθμό που να δικαιολογεί το σύνολο των σχεδιαζόμενων επενδύσεων. Η ανάλυση καταλήγει ότι ένας μόνο από τους τέσσερις νέους σταθμούς θα ήταν αρκετός για την κάλυψη της περιφερειακής ζήτησης έως το 2040.
Το μειονέκτημα του κόστους
Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής διαδρομής. Ο Κάθετος Διάδρομος έχει σχεδιαστεί ώστε να συνδέει τα δίκτυα φυσικού αερίου της Νοτιοανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης, με αφετηρία τους ελληνικούς τερματικούς σταθμούς και τελικούς προορισμούς αγορές όπως η Ουκρανία και η Ουγγαρία.
Ωστόσο, κάθε διέλευση από διαφορετικό εθνικό σύστημα συνεπάγεται πρόσθετες χρεώσεις εισόδου και εξόδου. Η συσσώρευση αυτών των τελών φαίνεται ότι περιορίζει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα της διαδρομής.
Για την Ουκρανία, το κόστος διαμετακόμισης μέσω του Κάθετου Διαδρόμου υπολογίζεται μεταξύ 11,2 και 13,1 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Είναι κατά 21% έως 76% υψηλότερο από το κόστος εναλλακτικών διαδρομών που ξεκινούν από την Πολωνία, την Κροατία, τη Γερμανία ή τη Λιθουανία.
Αντίστοιχα, για την Ουγγαρία το κόστος της ελληνικής διαδρομής διαμορφώνεται από 7,6 έως 9,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το επίπεδο αυτό θεωρείται συγκρίσιμο μόνο με τη διαδρομή που περνά από τη Γερμανία και την Τσεχία. Οι εναλλακτικές μέσω Αυστρίας και Κροατίας παραμένουν κατά 26% έως 45% φθηνότερες.
Έως 29% της τελικής τιμής μόνο για τη μεταφορά
Η επιβάρυνση γίνεται ακόμη πιο εμφανής εάν συνδεθεί με την τιμή αγοράς του ίδιου του LNG. Με ενδεικτική τιμή προμήθειας τα 45 ευρώ ανά μεγαβατώρα, το κόστος διαμετακόμισης μέσω του Κάθετου Διαδρόμου αντιστοιχεί στο 25% έως 29% της συνολικής τιμής παράδοσης στην Ουκρανία.
Για την Ουγγαρία, η επιβάρυνση υπολογίζεται στο 16,5% έως 21% της τελικής τιμής. Στις ανταγωνιστικές διαδρομές το αντίστοιχο ποσοστό κινείται μεταξύ 7% και 20,5%.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν μία από τις βασικές αδυναμίες του εγχειρήματος: η γεωπολιτική αξία μιας διαδρομής διαφοροποίησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως και εμπορική βιωσιμότητα. Για να εξασφαλιστούν σταθερές ροές, η ελληνική πύλη θα πρέπει να μπορεί να ανταγωνιστεί άλλους τερματικούς και δίκτυα όχι μόνο ως προς την ασφάλεια εφοδιασμού αλλά και ως προς το τελικό κόστος παράδοσης.
Ο κίνδυνος των «εγκλωβισμένων» επενδύσεων
Το Green Tank προειδοποιεί ότι η ανάπτυξη περισσότερων υποδομών από όσες μπορεί να απορροφήσει η αγορά ενδέχεται να οδηγήσει στη δημιουργία εγκλωβισμένων περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται για επενδύσεις υψηλού κόστους που κινδυνεύουν να υποαξιοποιηθούν πριν αποσβεστούν, ιδιαίτερα εάν η ευρωπαϊκή ζήτηση φυσικού αερίου μειωθεί ταχύτερα.
«Ολόκληρος ο σχεδιασμός του Κάθετου Διαδρόμου στηρίζεται σε μια υπόθεση αυξανόμενης ζήτησης αερίου που διαψεύδεται από τα ίδια τα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα των χωρών της περιοχής», επισημαίνει ο Σταύρος Γεννίτσαρης, συνεργάτης Βιομηχανικής Πολιτικής του Green Tank.
Κατά τον ίδιο, η δέσμευση κεφαλαίων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για νέες υποδομές σε μια αγορά που συρρικνώνεται δημιουργεί τον κίνδυνο το κόστος των υποαξιοποιούμενων έργων να μεταφερθεί τελικά στους καταναλωτές.