Ένα νέο πρόγραμμα επιδότησης μπαταριών, ύψους 200 εκατ. ευρώ, σχεδιάζει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την περίοδο 2027–2028. Η εξαγγελία εντάσσεται στον σχεδιασμό για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, όμως οι όροι εφαρμογής της παραμένουν ανοιχτοί. Ζητούμενα παραμένουν ποια έργα θα επιδοτηθούν, με ποιον τρόπο και με ποια κριτήρια θα επιλεγούν οι δικαιούχοι. Η κυβερνητική εξειδίκευση αναφέρει τη χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους και τη σύνδεση του προγράμματος με την υποχώρηση της χονδρεμπορικής τιμής, χωρίς να προσδιορίζει ακόμη τον αναλυτικό οδηγό του μέτρου.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Energymag, στις αρχές του 2027 αναμένεται να βγει στην αγορά και ο τέταρτος διαγωνισμός για την ενίσχυση μονάδων αποθήκευσης. Η νέα διαδικασία θα έρθει μετά τις τρεις ανταγωνιστικές διαδικασίες που έχουν ήδη προκηρυχθεί για standalone μπαταρίες, συνολικής ισχύος περίπου 900 MW. Το ερώτημα είναι αν ο τέταρτος διαγωνισμός θα αποτελέσει συνέχεια αυτού του μοντέλου, με ανταγωνιστικές προσφορές για αυτοτελείς μονάδες, ή αν θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα που θα καλύπτει διαφορετικές μορφές αποθήκευσης.
Το δίλημμα αφορά πρωτίστως το είδος της ενίσχυσης. Στους προηγούμενους διαγωνισμούς συνδυάστηκαν επενδυτική στήριξη για το κόστος κατασκευής και λειτουργική ενίσχυση, με τους όρους να καθορίζονται ανταγωνιστικά. Στο νέο πρόγραμμα, αντίθετα, το ΥΠΕΝ εξετάζει ένα ευρύτερο πλαίσιο επιχορηγήσεων, στο οποίο θα μπορούσαν να ενταχθούν τόσο standalone μονάδες όσο και μπαταρίες πίσω από τον μετρητή, σε συνδυασμό με έργα ΑΠΕ ή για ιδιοκατανάλωση. Στις μέχρι τώρα κατευθύνσεις έχει περιγραφεί ενδεικτική κατανομή πόρων σε περισσότερες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων έργα δήμων, επιχειρήσεων, αποθήκευση μαζί με ΑΠΕ και αυτόνομες μπαταρίες. Η τελική κατανομή, πάντως, δεν έχει οριστικοποιηθεί.
Η επιλογή δεν είναι απλώς τεχνική. Μια επιδότηση του αρχικού κόστους μπορεί να διευκολύνει επενδύσεις που δεν θα προχωρούσαν με τα σημερινά δεδομένα της αγοράς, αλλά απαιτεί σαφή κριτήρια για να μη χρηματοδοτηθούν έργα που θα υλοποιούνταν ούτως ή άλλως. Η λειτουργική ενίσχυση, από την άλλη, συνδέει την κρατική στήριξη με τη λειτουργία της μονάδας και τη συμμετοχή της στην αγορά, αλλά χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό ώστε να περιορίζονται οι στρεβλώσεις και να διασφαλίζεται ότι η ενίσχυση ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη του συστήματος.
Ανοιχτή παραμένει και η περίμετρος των ενδιαφερομένων. Στο ένα άκρο βρίσκονται οι επενδυτές που αναπτύσσουν αυτόνομες μονάδες και διεκδικούν ηλεκτρικό χώρο, είτε στο σύστημα μεταφοράς είτε στο δίκτυο διανομής. Στο άλλο, οι επιχειρήσεις και οι φορείς της αυτοδιοίκησης που θέλουν να εγκαταστήσουν μπαταρίες για να αποθηκεύουν ενέργεια από φωτοβολταϊκά και να καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσής τους. Μια ευρεία πρόσκληση θα μπορούσε να περιλάβει περισσότερες κατηγορίες, αλλά θα έθετε το ερώτημα πώς θα μοιραστεί ένα περιορισμένο κονδύλι ανάμεσα σε έργα με διαφορετικό προφίλ και διαφορετική συμβολή στο σύστημα.
Θα πρέπει επιπλέον το ΥΠΕΝ να αποφασίσει αν θα ενταχθούν έργα που διαθέτουν ήδη όρους σύνδεσης ή άδειες, αν θα δοθεί προτεραιότητα σε νέες επενδύσεις και πώς θα αποφευχθεί η διπλή χρηματοδότηση από διαφορετικά προγράμματα. Η προηγούμενη εμπειρία έχει δείξει ότι η επιδότηση από μόνη της δεν αρκεί: οι επενδύσεις πρέπει να έχουν εξασφαλισμένο χώρο σύνδεσης, σαφές χρονοδιάγραμμα και δυνατότητα να τεθούν εγκαίρως σε λειτουργία. Ενδεικτική είναι η πρόσφατη ρύθμιση για τα έργα του τρίτου διαγωνισμού, με την οποία καταργήθηκε η ενδιάμεση προθεσμία της 30ής Σεπτεμβρίου για δήλωση ετοιμότητας, ενώ παρέμεινε η προθεσμία της 15ης Δεκεμβρίου 2026 για την αίτηση ενεργοποίησης της σύνδεσης.
Ο τέταρτος διαγωνισμός στις αρχές του 2027 θα λειτουργήσει, επομένως, ως κρίσιμο τεστ για το αν η κυβέρνηση θέλει να συνεχίσει το μοντέλο των ανταγωνιστικών διαδικασιών για αυτόνομες μονάδες ή να ανοίξει την ενίσχυση σε μια μεγαλύτερη ομάδα έργων και χρηστών. Το ποσό των 200 εκατ. ευρώ είναι το πρώτο δεδομένο. Το αποτέλεσμα θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα οριστικοποιηθούν οι κανόνες και από το αν θα κατευθυνθούν οι πόροι σε μπαταρίες που μπορούν πράγματι να ενταχθούν στο σύστημα και να συμβάλουν στη διαχείριση της παραγωγής ΑΠΕ, των περικοπών και των αιχμών της χονδρεμπορικής αγοράς.