Σημαντικά «αναχώματα» απέναντι στο υψηλό ενεργειακό κόστος μπορούν να δημιουργηθούν μέσω της ανάπτυξης υποδομών αποθήκευσης ενέργειας. Ωστόσο, οι σχετικές υποδομές απέχουν ακόμη από το να χαρακτηριστούν επαρκείς, με αποτέλεσμα το κόστος να μετακυλίεται τελικά στους καταναλωτές. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά συμπεράσματα που αναδείχθηκαν στο 11ο Συμπόσιο Ενεργειακής Μετάβασης της HAEE.
Χαρακτηριστικά, μιλώντας την Τετάρτη, το μέλος του ΔΣ της HAEE, Κωνσταντίνος Ανδριοσόπουλος, κατά την παρουσίαση της έκθεσης της HAEE για την αγορά ενέργειας το 2026, υπογράμμισε ότι παρατηρείται το εξής παράδοξο: τις μεσημβρινές ώρες, όταν υπάρχει αφθονία «πράσινης» ενέργειας και μάλιστα σε μηδενικές τιμές, η χώρα εξάγει ηλεκτρική ενέργεια, ενώ αργότερα αναγκάζεται να εισάγει ποσότητες σε πολλαπλάσια υψηλότερες τιμές από γειτονικές χώρες, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του συστήματος.
Όπως εξήγησε, αυτό συμβαίνει επειδή στις γειτονικές αγορές υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα ευελιξίας μέσω μονάδων βάσης, είτε πυρηνικών είτε θερμικών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ, Ιωάννης Μάργαρης, ο οποίος συμμετείχε σε πάνελ μαζί με τον γενικό διευθυντή Χρηματοδοτήσεων της Εθνικής Τράπεζας, Βασίλη Καραμούζη, και τον καθηγητή Ενεργειακής Οικονομίας και μέλος του ΔΣ της HAEE, Κωνσταντίνο Ανδριοσόπουλο. Ο κ. Μάργαρης τόνισε ότι η υστέρηση στις υποδομές αποθήκευσης οδηγεί σε απώλειες «πράσινης» ενέργειας, γεγονός που, όπως σημείωσε, για ένα μέρος της αγοράς μπορεί να αποδεικνύεται ακόμη και επωφελές.
Και ο κ. Καραμούζης εστίασε στο θέμα τονίζοντας παράλληλα τη σημασία του hedging με PPA για τους μεγάλους καταναλωτές. Τόνισε παράλληλα τη σημασία της ανάλυσης του χρηματοοικονομικού ρίσκου για τους εν δυνάμει επενδυτές.
Από την πλευρά του, ο καθηγητής Παντελής Κάπρος, μιλώντας την Τρίτη σε σχετικό πάνελ, προειδοποίησε ότι «τίθεται σε πλήρη κίνδυνο η χρηματοδότηση των επενδύσεων ΑΠΕ». Όπως ανέφερε, οι περικοπές παραγωγής οδηγούν σε απώλειες ηλιακής ενέργειας, ενώ παράλληλα η χώρα εξάγει ηλεκτρική ενέργεια σε μηδενικές τιμές και εισάγει ακριβή ενέργεια, δημιουργώντας ένα σοβαρό δομικό πρόβλημα για την αγορά.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι το φυσικό ισοζύγιο εισαγωγών – εξαγωγών, αλλά οι όροι υπό τους οποίους πραγματοποιείται το trading. «Δεν θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι που εξάγουμε ενέργεια με αυτούς τους όρους», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Κάπρος υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη της αποθήκευσης είναι πλέον απολύτως επείγουσα. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η spot αγορά από μόνη της δεν επαρκεί για να στηρίξει τις σχετικές επενδύσεις. Όπως εξήγησε, όσο αυξάνεται ο αριθμός των μονάδων αποθήκευσης, τόσο μειώνονται τα έσοδα των έργων, όχι μόνο για τους τελευταίους επενδυτές αλλά και για όσους εισήλθαν πρώτοι στην αγορά.
«Το ΕΣΕΚ είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο όσον αφορά την αποθήκευση. Όμως, όταν όλα αυτά τα έργα τεθούν σε λειτουργία, τα έσοδα από το arbitrage και τις επικουρικές υπηρεσίες δεν θα επαρκούν για να καλύψουν τα κεφαλαιουχικά κόστη», σημείωσε, κάνοντας λόγο για ένα «οικονομικό αδιέξοδο».
Σύμφωνα με τον καθηγητή, απαιτείται η δημιουργία μιας συμπληρωματικής αγοράς μέσω συμβολαίων διαφορών (CfDs), τα οποία μπορούν να εξισορροπήσουν την αστάθεια και την αβεβαιότητα της spot αγοράς, αποτελώντας τη βάση για τη χρηματοδότηση τόσο των επενδύσεων σε ΑΠΕ όσο και των έργων αποθήκευσης.
Το ΥΠΕΝ
Πάντως με βάση όσα ανέφερε, χθες, σε ανάρτησή του στα με΄σα κοινωνικής δικτύωσης ο υφυπουργός ενέργειας, Νίκος Τσάφος τα οικονομικά οφέλη που αποκομίζει η χώρα από το εμπορικό πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας, α είναι σημαντικά. Όπως σημείωσε :
Από την πρώτη στιγμή που η Ελλάδα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας ξεκίνησε και η κριτική για τις εξαγωγές («αυξάνουν τις τιμές», «δεν ωφελούν τους καταναλωτές», κτλ.).
Τελευταία έχει προκύψει ένα νέο αφήγημα: πουλάμε την ενέργεια τζάμπα το μεσημέρι όταν έχουμε περικοπές και την αγοράζουμε πίσω ακριβά το βράδυ.
Μια πρώτη ματιά στα δεδομένα διαψεύδει αυτό την εικόνα. Η χώρα μας είναι καθαρός εξαγωγέας όλο το εικοσιτετράωρο φέτος – εξάγουμε λίγο παραπάνω το μεσημέρι, αλλά και το βράδυ εξάγουμε σημαντικές ποσότητες (πάνω από 1 GW net).
Έχουμε επίσης χαμηλότερες τιμές από την γείτονα Βουλγαρία για όλες τις ώρες της ημέρας – άρα, ακόμα και το βράδυ, η τιμή στην Ελλάδα είναι πιο κάτω από την τιμή στη Βουλγαρία.
Όμως η πιο καθαρή απάντηση σε αυτό τον ισχυρισμό είναι να δούμε το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας σε όρους ευρώ αντί για μεγαβατώρες.
Το 2014-2019, η Ελλάδα ξόδευε ~300 εκατ. € το χρόνο για να εισάγει ηλεκτρική ενέργεια. Το 2022-2023, στο αποκορύφωμα της ενεργειακής κρίσης, το έλλειμμα έφτασε τα ~550 εκατ. €.
Το 2024, όταν γίναμε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, το πρόσημο άλλαξε. Πέρσι, όταν διευρύναμε τις εξαγωγές, είχαμε εμπορικό πλεόνασμα +262 εκατ. €. Και φέτος, που είμαστε σταθερά εξαγωγικοί, το πλεόνασμα είναι ήδη +341 εκατ. € για το πρώτο τρίμηνο.
Φυσικά σε ημερήσια βάση υπάρχουν διαφοροποιήσεις – κάποιες ώρες εξάγουμε με χαμηλή τιμή και κάποιες ώρες εισάγουμε με υψηλή τιμή. Αυτό είναι λογικό σε μια αγορά. Αλλά η συνολική εικόνα είναι ξεκάθαρη: η αξία των εξαγωγών είναι υπερπολλαπλάσια από το κόστος των όποιων εισαγωγών.