Σε μια σημαντική στροφή της ενεργειακής της πολιτικής προχωρά η Ουγγαρία, δρομολογώντας την ανάπτυξη έως και 4 GW νέας χερσαίας αιολικής ισχύος έως το 2030. Η διαδικασία αναμένεται να ξεκινήσει με διαγωνισμό για την εγκατάσταση 700 MW, σηματοδοτώντας την επιστροφή της χώρας σε μια πιο δυναμική ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η εγκατεστημένη αιολική ισχύς της Ουγγαρίας παραμένει εδώ και χρόνια κοντά στα 330 MW. Η προσθήκη αρκετών GW μέσα στην επόμενη τετραετία δημιουργεί, επομένως, νέες απαιτήσεις τόσο για το ηλεκτρικό δίκτυο όσο και για τον σχεδιασμό των έργων και την περιβαλλοντική τους αδειοδότηση.
Η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας δεν αφορά μόνο την εγκατάσταση νέων ανεμογεννητριών. Η ενσωμάτωση μεγάλων ποσοτήτων μεταβλητής παραγωγής στο δίκτυο προϋποθέτει επενδύσεις στις υποδομές μεταφοράς και διανομής, καθώς και λύσεις που θα επιτρέπουν την καλύτερη διαχείριση της παραγωγής και της ζήτησης.
Στο επίκεντρο η προστασία της βιοποικιλότητας
Παράλληλα με την ενεργειακή διάσταση, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η περιβαλλοντική προστασία. Η χωροθέτηση νέων αιολικών πάρκων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις σε πτηνά, νυχτερίδες και άλλα είδη της άγριας ζωής.
Τα πτερύγια των ανεμογεννητριών μπορούν να δημιουργήσουν κινδύνους πρόσκρουσης για μεταναστευτικά πτηνά και αρπακτικά, ενώ οι νυχτερίδες είναι επίσης ευάλωτες, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους μετανάστευσης και νυχτερινής δραστηριότητας.
Για τον περιορισμό των επιπτώσεων μπορούν να αξιοποιηθούν σύγχρονες τεχνολογίες παρακολούθησης, όπως ραντάρ, κάμερες και συστήματα θερμικής ανίχνευσης. Τα συστήματα αυτά μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να ενεργοποιούν προσωρινή διακοπή των ανεμογεννητριών όταν εντοπίζονται αυξημένες διελεύσεις πτηνών ή νυχτερίδων.
Η επιλογή των περιοχών εγκατάστασης αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα, καθώς η λεπτομερής αξιολόγηση πριν από την κατασκευή μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις επιπτώσεις στα οικοσυστήματα.
Το ζήτημα των πρώτων υλών
Η μεγάλη ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας φέρνει παράλληλα στο προσκήνιο το ζήτημα των πρώτων υλών. Οι ανεμογεννήτριες απαιτούν σημαντικές ποσότητες χάλυβα, σκυροδέματος, χαλκού και σύνθετων υλικών για την κατασκευή των πύργων, των θεμελιώσεων, των ηλεκτρικών συστημάτων και των πτερυγίων.
Ιδιαίτερη συζήτηση αφορά τις σπάνιες γαίες, οι οποίες χρησιμοποιούνται σε ορισμένες τεχνολογίες γεννητριών μόνιμου μαγνήτη. Η εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγωγές επεξεργασμένων σπάνιων γαιών, κυρίως από την Κίνα, αποτελεί σημαντική γεωπολιτική και βιομηχανική πρόκληση.
Ωστόσο, η χρήση τέτοιων υλικών δεν αφορά το σύνολο των χερσαίων ανεμογεννητριών. Πολλά χερσαία αιολικά έργα χρησιμοποιούν τεχνολογίες γεννητριών που απαιτούν μικρότερες ποσότητες ή καθόλου σπάνιες γαίες.
Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες δίνει παράλληλα μεγαλύτερη έμφαση στην ανακύκλωση και την ανάπτυξη ευρωπαϊκών αλυσίδων εφοδιασμού. Αυτό σημαίνει ότι οι μελλοντικοί διαγωνισμοί για έργα ΑΠΕ μπορούν να ενσωματώνουν κριτήρια που θα ενισχύουν τη χρήση ανακυκλωμένων και υπεύθυνα προερχόμενων πρώτων υλών.
Πρόκληση η ανακύκλωση των πτερυγίων
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για την αιολική βιομηχανία αφορά τη διαχείριση των ανεμογεννητριών όταν φτάνουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους.
Το μεγαλύτερο μέρος της μάζας μιας ανεμογεννήτριας, περίπου 85%-90%, αποτελείται από υλικά όπως χάλυβας, σκυρόδεμα, χαλκός και χυτοσίδηρος, τα οποία μπορούν να ανακυκλωθούν μέσω υφιστάμενων βιομηχανικών διαδικασιών.
Μεγαλύτερη δυσκολία παρουσιάζουν τα πτερύγια, καθώς κατασκευάζονται από σύνθετα υλικά με ρητίνες και ίνες γυαλιού ή άνθρακα. Η ανακύκλωσή τους είναι τεχνικά πιο σύνθετη και εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση για τον κλάδο.
Ήδη αναπτύσσονται διαφορετικές λύσεις, από τη μηχανική επεξεργασία και τη χρήση των υλικών στη βιομηχανία τσιμέντου έως πιο προηγμένες τεχνικές, όπως η χημική ανακύκλωση και η πυρόλυση, μέσω των οποίων μπορούν να ανακτηθούν ίνες για επαναχρησιμοποίηση.
Η ενσωμάτωση της κυκλικής οικονομίας στον σχεδιασμό των νέων αιολικών έργων θεωρείται, ως εκ τούτου, κρίσιμη για να αποφευχθεί η μεταφορά του περιβαλλοντικού κόστους στο τέλος ζωής των εγκαταστάσεων.
«Repowering» αντί για νέα έργα
Σημαντικό ρόλο στη στρατηγική της Ουγγαρίας μπορεί να διαδραματίσει και το λεγόμενο repowering, δηλαδή η αντικατάσταση παλαιών και μικρότερων ανεμογεννητριών με σύγχρονες και ισχυρότερες μονάδες στις ίδιες ή σε ήδη αξιοποιημένες περιοχές.
Η πρακτική αυτή μπορεί να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς αντίστοιχη αύξηση του αριθμού των εγκαταστάσεων και της χρήσης γης, ενώ επιτρέπει την αξιοποίηση υφιστάμενων υποδομών σύνδεσης με το δίκτυο.
Για την Ουγγαρία, η αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών σε συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό του ηλεκτρικού δικτύου μπορεί να αποτελέσει έναν από τους τρόπους επιτάχυνσης της αιολικής ανάπτυξης.
Νέα εποχή για την ουγγρική αιολική ενέργεια
Η προγραμματισμένη δημοπράτηση 4 GW νέας χερσαίας αιολικής ισχύος έως το 2030 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στην ενεργειακή πολιτική της Ουγγαρίας τα τελευταία χρόνια.
Η επιτυχία του σχεδίου, ωστόσο, δεν θα κριθεί μόνο από την ταχύτητα ανάπτυξης των νέων έργων. Η ενίσχυση του δικτύου, η προστασία της βιοποικιλότητας, η υπεύθυνη διαχείριση των πρώτων υλών και η ανακύκλωση του εξοπλισμού στο τέλος του κύκλου ζωής του θα αποτελέσουν βασικές παραμέτρους για τη βιωσιμότητα της επόμενης γενιάς αιολικών επενδύσεων.
Η πρόκληση για τη Βουδαπέστη είναι πλέον να συνδυάσει την επιτάχυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με ένα αυστηρό και αποτελεσματικό περιβαλλοντικό πλαίσιο, ώστε η αύξηση της αιολικής παραγωγής να συμβάλει στην ενεργειακή ασφάλεια χωρίς να δημιουργήσει νέες πιέσεις στους φυσικούς πόρους και τα οικοσυστήματα.
Πηγή: ceenergynews