Με μείωση εσόδων που αρχίζει από το 42% το 2026 και μπορεί να αγγίξει το 50% το 2027, οι μικρομεσαίοι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι κατευθύνονται με βεβαιότητα σε οικονομικό αδιέξοδο, και καταθέτουν προτάσεις για τη στήριξή τους.
Ενεργειακές Κοινότητες, μικροεπενδυτές και αγρότες –περισσότερες από 20.000 οικογένειες– βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως αναφέρει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Παραγωγών Ηλεκτρικής Ενέργειας από Φωτοβολταϊκά (ΠΟΣΠΗΕΦ) σε επιστολή προς το ΥΠΕΝ. Ζητά, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία έκτακτου μηχανισμού ενίσχυσης για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που πλήττονται από περικοπές και αρνητικές τιμές, άμεση επέκταση των συμβάσεων και διεύρυνση ή/και αποζημίωση των ωρών μηδενικών τιμών.
Τα δεδομένα της μελέτης που παρουσιάστηκε στο ΥΠΕΝ αποτυπώνουν ξεκάθαρα την κατάσταση. Έτσι, με βάση τα όσα κατέγραψε η ΠΟΣΠΗΕΦ, για φωτοβολταϊκούς σταθμούς με συμβάσεις ΣΕΔΠ, οι απώλειες εσόδων εκτιμάται ότι θα φτάσουν το 42-43% το 2026, θα εκτοξευθούν στο 49-50% το 2027, θα κινηθούν γύρω στο 44% το 2028 και περίπου στο 48% το 2029. Σε βάθος εξαετίας, ο μέσος όρος απωλειών διατηρείται σταθερά πάνω από το 40%.
Δεδομένου ότι το όριο βιωσιμότητας για τέτοιες επενδύσεις υπολογίζεται περίπου στο 21%, το κενό που δημιουργείται είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Με απλά λόγια, οι παραγωγοί χάνουν σχεδόν τα μισά τους έσοδα, ενώ τα δάνεια, τα λειτουργικά έξοδα και οι αποσβέσεις παραμένουν αμετάβλητα. Για τον λόγο αυτό προειδοποιούν ότι ήδη από το 2026 ενδέχεται να εμφανιστούν μαζικές αθετήσεις δανείων, με πιθανή επίπτωση και στο τραπεζικό σύστημα.
Η εικόνα αυτή διαφέρει αισθητά από τα αιολικά πάρκα, όπου οι απώλειες παραμένουν χαμηλότερες: περίπου 22% το 2026 και 26% το 2027, με μέσο όρο 21% την ίδια περίοδο, δηλαδή εντός των ορίων βιωσιμότητας. Αυτή η διαφορά ενισχύει το αίτημα για εξισορρόπηση των όρων στην αγορά.
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκονται οι μηδενικές και αρνητικές τιμές, που αυξάνονται λόγω της μεγάλης διείσδυσης ΑΠΕ και της περιορισμένης αποθήκευσης ενέργειας. Οι παραγωγοί φωτοβολταϊκών όχι μόνο δεν αποζημιώνονται κατά τις ώρες αυτές, αλλά συχνά υφίστανται και περιορισμούς παραγωγής. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τη μελέτη, οι προμηθευτές αποκομίζουν σημαντικά οφέλη, τα οποία για το 2026 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 1,3 δισ. ευρώ, αξιοποιώντας αυτές τις στρεβλώσεις.
Για να γεφυρωθεί το χάσμα, οι φορείς του κλάδου εκτιμούν ότι απαιτείται στήριξη περίπου 212 εκατ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2026-2031, ώστε οι καθαρές απώλειες να περιοριστούν στο 21%. Προτείνουν η χρηματοδότηση να προέλθει από το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης και από επιβαρύνσεις στους προμηθευτές, δηλαδή από πόρους που ήδη δημιουργούνται εντός της αγοράς.
Παράλληλα, ζητούν την επέκταση των συμβάσεων ΣΕΔΠ κατά επτά έτη, ώστε να δοθεί χρόνος προσαρμογής και να αποτραπεί η δημιουργία νέων «κόκκινων» δανείων, καθώς και τροποποιήσεις στο πλαίσιο αποζημίωσης των μηδενικών τιμών, το οποίο στην Ελλάδα θεωρείται από τα αυστηρότερα στην Ευρώπη.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου οι μηδενικές τιμές αποζημιώνονται έως έξι ώρες, ενώ μόνο οι αρνητικές τιμές δεν αποζημιώνονται. Επιπλέον, εφαρμόζεται σύστημα διαφοροποίησης ανάλογα με τον χρόνο υλοποίησης κάθε έργου, προσφέροντας μεγαλύτερη προστασία στα παλαιότερα έργα με υψηλότερο κόστος εγκατάστασης. Αντίθετα, στην Ελλάδα το όριο παραμένει στις δύο ώρες, κάτι που –όπως τονίζουν οι παραγωγοί– δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές συνθήκες της αγοράς.