Σε συνθήκες έντονης οικονομικής πίεσης βρίσκονται χιλιάδες μικρομεσαίοι παραγωγοί φωτοβολταϊκών, καθώς το διαρκώς αυξανόμενο φαινόμενο των μηδενικών και αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, σε συνδυασμό με τις εκτεταμένες περικοπές πράσινης παραγωγής λόγω υπερπροσφοράς, έχει προκαλέσει σοβαρές απώλειες εσόδων και έχει ανατρέψει πλήρως τα επιχειρηματικά δεδομένα πάνω στα οποία βασίστηκαν οι επενδύσεις των προηγούμενων ετών.
Το πρόβλημα έχει πλέον λάβει μεγάλες διαστάσεις, με πληροφορίες να αναφέρουν ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αποστέλλει άμεσα στις Βρυξέλλες πακέτο παρεμβάσεων προς έγκριση, με στόχο να αποτραπεί η οικονομική ασφυξία των μικρών παραγωγών και ο κίνδυνος δημιουργίας μιας νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων στον ενεργειακό τομέα.
Το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο της συνάντησης που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 22 Μαΐου μεταξύ της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΝ και της διοίκησης της ΠΟΣΠΗΕΦ. Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ο Υφυπουργός Νίκος Τσάφος και η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών Δέσποινα Παληαρούτα, ενώ από την πλευρά της Ομοσπονδίας συμμετείχαν ο πρόεδρος Γιάννης Παναγής, ο αντιπρόεδρος Άρης Νίκας και ο γενικός γραμματέας Γιάννης Κυανίδης.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, το ΥΠΕΝ αναγνώρισε ότι τα οικονομικά προβλήματα των μικρότερων παραγωγών έχουν οξυνθεί σημαντικά. Ο Σταύρος Παπασταύρου φέρεται να έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων που θα αποκαταστήσουν τις στρεβλώσεις της αγοράς και θα διασφαλίσουν συνθήκες βιωσιμότητας για τους μικρομεσαίους παραγωγούς, τους οποίους χαρακτήρισε «ραχοκοκαλιά του κλάδου».
«Θεωρούμε τους μικρομεσαίους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά τη ραχοκοκαλιά του κλάδου και μέριμνα της κυβέρνησης και της ηγεσίας του ΥΠΕΝ είναι να τους στηρίξουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπουργός, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι στόχος είναι να διατηρηθεί ο πολυσυλλεκτικός χαρακτήρας του επενδυτικού οικοσυστήματος στις ΑΠΕ και να συνεχίσει να συμμετέχει ισότιμα στην ενεργειακή μετάβαση ένα ευρύ φάσμα επενδυτών.
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι πλέον καταγράφονται ολοένα και συχνότερα διαστήματα μηδενικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά, τα οποία συχνά διαρκούν τέσσερις, πέντε ή και περισσότερες ώρες. Με βάση το υφιστάμενο καθεστώς, όταν οι τιμές στη DAM μηδενίζονται για τουλάχιστον δύο συνεχόμενες ώρες, παύει η αποζημίωση από τον ΔΑΠΕΕΠ για τα έργα με Συμβάσεις Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης (ΣΕΔΠ).
Αυτό έχει οδηγήσει χιλιάδες παραγωγούς σε μεγάλες απώλειες εσόδων, οι οποίες σύμφωνα με την αγορά φτάνουν ακόμη και το 60%, ενώ τραπεζικές πηγές αναφέρουν ότι πολλοί ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών πάρκων έχουν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις για επαναδιαπραγμάτευση δανείων και επιμήκυνση των περιόδων αποπληρωμής, ώστε να μειωθεί η πίεση στις ταμειακές τους ροές.
Σύμφωνα με μελέτη του καθηγητή του ΑΠΘ Παντελή Μπίσκα, οι απώλειες εσόδων για τα φωτοβολταϊκά έργα με ΣΕΔΠ λόγω μηδενικών τιμών αναμένεται να φτάσουν το 42%-43% το 2026, να αγγίξουν το 50% το 2027 και να παραμείνουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα έως και το 2031. Μάλιστα, σύμφωνα με στοιχεία της ΠΟΣΠΗΕΦ, μόνο στο πρώτο 20ήμερο του Απριλίου η μείωση των εσόδων έφτασε έως και το 62%.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, το ΥΠΕΝ επεξεργάζεται τρεις βασικές παρεμβάσεις στήριξης, οι οποίες θα πρέπει να λάβουν την έγκριση της Κομισιόν.
Το πρώτο μέτρο αφορά την αποζημίωση των παραγωγών ακόμη και όταν οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά παραμένουν μηδενικές για πολλές συνεχόμενες ώρες. Η ελληνική πλευρά επικαλείται ως επιχείρημα το γεγονός ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες τα έργα με ΣΕΔΠ συνεχίζουν να αποζημιώνονται ακόμη και σε περιόδους μηδενικών τιμών ή ενεργοποιούνται όρια πολύ μεγαλύτερης διάρκειας, όπως έξι ώρες και άνω.
Το δεύτερο μέτρο προβλέπει την παράταση των συμβάσεων ΣΕΔΠ κατά πέντε έτη. Η παρέμβαση αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς θα δώσει τη δυνατότητα στους παραγωγούς να επαναδιαπραγματευτούν τους όρους χρηματοδότησης με τις τράπεζες, επιμηκύνοντας τη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων και μειώνοντας τις μηνιαίες δόσεις. Ιδιαίτερα εκτεθειμένα θεωρούνται τα έργα που κατασκευάστηκαν την περίοδο 2022-2023, όταν το κόστος εξοπλισμού βρισκόταν στα υψηλότερα επίπεδα.
Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι η έγκριση αυτού του μέτρου από την Κομισιόν δεν θεωρείται δεδομένη, καθώς συνεπάγεται αλλαγή στους οικονομικούς όρους του υφιστάμενου σχήματος στήριξης που είχε ήδη εγκριθεί από τις Βρυξέλλες.
Το τρίτο μέτρο αφορά μια προσωρινή εμπροσθοβαρή αύξηση της τιμής αναφοράς ή αλλιώς των ταριφών, πιθανώς κατά 10%-20%, ώστε να περιοριστούν οι απώλειες στα έσοδα των παραγωγών. Στην πράξη, αυτό σημαίνει αύξηση της τιμής πώλησης κάθε κιλοβατώρας που εγχέεται στο σύστημα, με στόχο να εξισορροπηθεί μέρος των απωλειών που προκαλούν οι περικοπές παραγωγής και οι μηδενικές τιμές.
Το ύψος της ενδεχόμενης αύξησης θα καθοριστεί σε δεύτερο χρόνο και θα εξαρτηθεί από το τελικό όφελος που θα προκύψει από τα δύο πρώτα μέτρα, εφόσον εγκριθούν από την Κομισιόν. Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο εφαρμογής μηχανισμού επιστροφής της στήριξης σε μεταγενέστερο χρόνο.
Στην αγορά επικρατεί έντονη ανησυχία ότι χωρίς μια ουσιαστική και γενναία παρέμβαση, αρκετά έργα θα οδηγηθούν τελικά στις τράπεζες, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν νέο γύρο συγκέντρωσης στον κλάδο των φωτοβολταϊκών. Χιλιάδες μικροί επενδυτές που χρηματοδότησαν έργα με υψηλό δανεισμό και με προβλέψεις πολύ διαφορετικών συνθηκών αγοράς κινδυνεύουν να αναγκαστούν να πουλήσουν τα πάρκα τους σε σημαντικά χαμηλότερες αποτιμήσεις.
Οι πρώτες απαντήσεις της Κομισιόν για τα ελληνικά αιτήματα αναμένονται προς τα μέσα του επόμενου μήνα, με την αγορά να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς από τις αποφάσεις των Βρυξελλών θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η βιωσιμότητα χιλιάδων μικρομεσαίων φωτοβολταϊκών έργων στη χώρα.