Έναν επιπλέον χρόνο προσαρμογής για τους εξαγωγείς πετρελαίου και φυσικού αερίου προτίθεται να δώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μεταθέτοντας την εφαρμογή των υποχρεώσεων για το μεθάνιο στις εισαγωγές της ΕΕ. Την ίδια στιγμή, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε την έναρξη στρατηγικού διαλόγου για τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια, με στόχο τη μείωση του κόστους και τη διασφάλιση επαρκών προμηθειών καυσίμων — τόσο για τις ανάγκες της οικονομίας όσο και για την άμυνα.
Οι δύο κινήσεις εντάσσονται στην προσπάθεια των Βρυξελλών να περιορίσουν την πίεση που προκαλεί το υψηλό ενεργειακό κόστος σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς η Ευρώπη προετοιμάζεται για έναν δύσκολο χειμώνα. Η φον ντερ Λάιεν ανέφερε ότι οι αυξημένες δαπάνες της Ευρώπης για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα έχουν φθάσει τα 100 δισ. ευρώ από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Η παράταση αφορά τις απαιτήσεις που θα ισχύσουν από την 1η Ιανουαρίου 2027 για τις εισαγωγές αργού πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα. Με βάση τον ευρωπαϊκό κανονισμό, οι εισαγωγείς θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι οι παραγωγοί από τους οποίους προμηθεύονται καύσιμα εφαρμόζουν ισοδύναμα συστήματα μέτρησης, παρακολούθησης και επαλήθευσης των εκπομπών μεθανίου. Η Επιτροπή εξετάζει μετάθεση της εφαρμογής κατά ένα έτος, έως το 2028, ενώ ο αρμόδιος επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, έχει ξεκαθαρίσει ότι η αναβολή δεν αναμένεται να υπερβεί το ένα έτος.
Η εξαγγελία, πάντως, δεν ισοδυναμεί ακόμη με αλλαγή του κανονισμού. Για να ισχύσει η παράταση, θα πρέπει η Επιτροπή να καταθέσει νομοθετική πρόταση και αυτή να εγκριθεί από τα κράτη-μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Έως τότε, το χρονοδιάγραμμα που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία παραμένει σε ισχύ.
Το ρυθμιστικό πλαίσιο έχει σχεδιαστεί ώστε να περιορίσει τις διαρροές ενός ιδιαίτερα ισχυρού αερίου του θερμοκηπίου σε όλη την αλυσίδα παραγωγής ορυκτών καυσίμων. Από το 2030 προβλέπεται επιπλέον οι εισαγωγείς να αποδεικνύουν ότι η ένταση μεθανίου των καυσίμων που εισάγουν βρίσκεται κάτω από ανώτατα όρια που θα καθορίσει η ΕΕ. Η μετάθεση, επομένως, αφορά την προετοιμασία των εξαγωγέων και των εισαγωγέων για τις απαιτήσεις ελέγχου και αναφοράς· δεν συνιστά, με βάση όσα έχουν ανακοινωθεί, συνολική εγκατάλειψη του στόχου για περιορισμό των εκπομπών.
Η απόφαση έρχεται ύστερα από πιέσεις κρατών-μελών και ενεργειακών προμηθευτών, που υποστηρίζουν ότι οι νέες απαιτήσεις μπορεί να αυξήσουν το κόστος συμμόρφωσης και να δημιουργήσουν προβλήματα στις εισαγωγές, σε μια περίοδο αβεβαιότητας για την ενεργειακή επάρκεια. Αρκετές κυβερνήσεις είχαν ζητήσει μεγαλύτερη αναβολή, ενώ οι ΗΠΑ και το Κατάρ είχαν εκφράσει ανησυχίες για τις επιπτώσεις του κανονισμού στις συμβάσεις προμήθειας. Η Επιτροπή επιχειρεί τώρα να απαντήσει σε αυτές τις ανησυχίες με περιορισμένη χρονικά ευελιξία, χωρίς να υιοθετήσει το αίτημα για πολυετή αναστολή.
Στο επίκεντρο μπαίνουν και τα διυλιστήρια. Ο στρατηγικός διάλογος που ανακοίνωσε η πρόεδρος της Κομισιόν θα εξετάσει πώς μπορεί να μειωθεί το κόστος λειτουργίας των ευρωπαϊκών μονάδων και να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα προϊόντων όπως το ντίζελ, η βενζίνη και τα καύσιμα αεροπορίας. Η πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά πετρελαϊκών προϊόντων πιέζεται από γεωπολιτικές διαταραχές, περιορισμούς στις εξαγωγές και τη συρρίκνωση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.
Η ευρωπαϊκή δυναμικότητα διύλισης έχει υποχωρήσει αισθητά από το 2009, καθώς αρκετές μονάδες έκλεισαν ή μετατράπηκαν για άλλες χρήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του κλάδου που επικαλείται το Euronews, στο τέλος του 2025 η ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία και η Ελβετία διέθεταν συνολικά 72 βασικά διυλιστήρια, με δυναμικότητα 625,4 εκατ. τόνων ετησίως — μειωμένη κατά 167,6 εκατ. τόνους σε σχέση με το 2009. Η μείωση αυτή περιορίζει τα περιθώρια της Ευρώπης να καλύπτει με δική της παραγωγή τις ανάγκες της, ιδιαίτερα όταν διαταράσσονται οι εισαγωγές έτοιμων καυσίμων.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το ζητούμενο είναι πλέον διπλό: να συγκρατήσουν το κόστος για τη βιομηχανία και τους καταναλωτές, αλλά και να διατηρήσουν παραγωγική δυναμικότητα που θεωρείται κρίσιμη για την ασφάλεια εφοδιασμού. Η αναφορά της φον ντερ Λάιεν στις ανάγκες της άμυνας δείχνει ότι τα διυλιστήρια αντιμετωπίζονται πλέον όχι μόνο ως επιχειρήσεις του ενεργειακού τομέα, αλλά και ως μέρος των στρατηγικών υποδομών της Ευρώπης.
Το ερώτημα είναι αν ο διάλογος θα οδηγήσει σε συγκεκριμένα μέτρα για το ενεργειακό κόστος, τη φορολογία, τις επενδύσεις και την πρόσβαση σε πρώτες ύλες ή αν θα περιοριστεί σε διαβούλευση με τον κλάδο. Αντίστοιχα, η ετήσια παράταση στους κανόνες μεθανίου δίνει χρόνο στις επιχειρήσεις, αλλά μεταφέρει για αργότερα την εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που φιλοδοξεί να επηρεάσει τις πρακτικές παραγωγής και εξαγωγής ορυκτών καυσίμων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ισορροπία ανάμεσα στην κλιματική φιλοδοξία, την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια εφοδιασμού γίνεται έτσι μία από τις δυσκολότερες δοκιμασίες της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.