Μενού Ροή
φεσσας
Θ. Φέσσας: Ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας του εξηλεκτρισμού - Καμπανάκι για δίκτυα και ενέργεια

Στις μεγάλες μεταβάσεις που συντελούνται στην ευρωπαϊκή οικονομία εστίασε ο πρόεδρος του Ομίλου Quest και πρώην πρόεδρος του ΣΕΒ, Θεόδωρος Φέσσας κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων, χθες, της θυγατρικής Unisystems επισημαίνοντας ότι «ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας του εξηλεκτρισμού». 

Ωστόσο, έσπευσε να υπογραμμίσει πως η μετάβαση αυτή μόνο γραμμική δεν είναι καθώς μάλιστα ειδικά για τη βιομηχανία τα προβλήματα παραμένουν έστω κι αν υπάρχει μια, καλοδεχούμενη, έστω και μικρής κλίμακας, κυβερνητική στήριξη στη βιομηχανία. .

Όπως ανέφερε, με αφορμή ερώτηση για την πιθανή είσοδο στην Ελληνική αγορά των αυτοκινήτων της Xiaomi, την οποία “σερβίρει” στην Ελλάδα ο όμιλος σε σχέση με άλλα είδη, η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης και συνολικά του εξηλεκτρισμού σκοντάφτει σε σοβαρά εμπόδια: ανεπαρκή δίκτυα, υψηλά κόστη ενέργειας και σημαντικές επενδυτικές ανάγκες που δεν έχουν ακόμη καλυφθεί. Επίσης, το ενεργειακό κόστος και οι υποδομές αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που ενδέχεται να επιβραδύνουν τον ρυθμό υιοθέτησης, παρά τη σαφή κατεύθυνση της αγοράς.

Στο ίδιο πλαίσιο προκλήσεων, η διοίκηση της UniSystems, θυγατρικής του Ομίλου Quest, και δη ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Γιάννης Λουμάκης περιέγραψε μια ιδιαίτερα απαιτητική πραγματικότητα κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της που έχει αφετηρία τη νέα πληθωριστική τάση.

Συγκεκριμένα με αφορμή δημοσιογραφική ερώτηση για την πορεία υλοποίησης των έργων του ΤΑΑ, είπε ότι η  περίοδος έντονης δραστηριότητας, κυρίως λόγω των έργων ψηφιοποίησης, συνοδεύεται από αυξημένη πίεση υλοποίησης. Όπως τονίστηκε, μέσα σε μόλις έξι μήνες υπογράφηκε μεγάλος όγκος έργων, γεγονός που δημιουργεί εύλογη ανησυχία για την έγκαιρη παράδοσή τους.

Συνολικά, τόσο οι τοποθετήσεις του Θεόδωρου Φέσσα όσο και της διοίκησης της UniSystems αναδεικνύουν μια κοινή πραγματικότητα: η μετάβαση στη νέα ψηφιακή και ενεργειακή εποχή είναι αναπόφευκτη, αλλά συνοδεύεται από σύνθετες προκλήσεις. Υποδομές, κόστος, τεχνολογικές αλλαγές και επιχειρησιακή πίεση συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη δεν είναι δεδομένη, αλλά απαιτεί συνεχή προσαρμογή και διαχείριση ρίσκου.

Πιο συγκεκριμένα, τα έργα ψηφιοποίησης –ιδίως σε κρίσιμους τομείς όπως τα νοσοκομεία– έχουν ορίζοντα υλοποίησης δύο έως τριών ετών, ωστόσο η συσσώρευση συμβάσεων σε σύντομο χρονικό διάστημα εντείνει την πίεση. Στελέχη της εταιρείας παραδέχθηκαν ότι η απόφαση υπογραφής αυτών των έργων ενείχε ρίσκο, ωστόσο κρίθηκε αναγκαία: σε διαφορετική περίπτωση, υπήρχε ο κίνδυνος απώλειας διαθέσιμων πόρων, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν.

Η προσπάθεια εκτέλεσης συνοδεύεται από επιχειρησιακές δυσκολίες: ζητήματα συνεργασίας με τη δημόσια διοίκηση, αλλά και φαινόμενα ευθυνοφοβίας που επιβαρύνουν την πρόοδο. Παρά ταύτα, η κατεύθυνση είναι σαφής: «κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να παραδώσουμε», ακόμη και υπό πίεση.

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στο αυξανόμενο κόστος του hardware, το οποίο αποτελεί πλέον έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους. Οι τιμές έχουν αυξηθεί δραματικά –σε ορισμένες περιπτώσεις κατά 50% έως 150%– δημιουργώντας αστάθεια στους προϋπολογισμούς. Αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη δέσμευση σε έργα αξίας 1-2 εκατ. ευρώ όταν το κόστος προμηθειών παραμένει απρόβλεπτο. Ακόμη και μεγάλοι κατασκευαστές, όπως Cisco και HP, αδυνατούν να εγγυηθούν σταθερές τιμές για διάστημα μεγαλύτερο των λίγων εβδομάδων.

Το πρόβλημα εντείνεται από τις εξελίξεις στην αγορά ημιαγωγών: η στροφή των κατασκευαστών προς advanced chips περιορίζει την παραγωγή συμβατικών μνημών, οδηγώντας σε περαιτέρω πιέσεις. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ανησυχία για την υλοποίηση υφιστάμενων αλλά και νέων έργων, ενώ δεν αποκλείεται ακόμη και το ενδεχόμενο εταιρείες να κηρυχθούν έκπτωτες εάν δεν βρεθεί λύση.

Πάντως υπάρχει και μετά το τΑΑ μια μεγάλη δεξαμενή έργων που προσεγγίζει τα 400 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για έργα που είτε βρίσκονται σε εξέλιξη είτε αναμένεται να προκηρυχθούν μέσα στον επόμενο χρόνο, περιλαμβάνοντας μεγάλα projects όπως το νέο σύστημα ταυτοτήτων, αλλά και σειρά δράσεων μέσω του Υπερταμείου και του ΕΣΠΑ. 

Όπως επισημαίνεται, δημιουργείται μια νέα αγορά που αφορά τη συντήρηση και υποστήριξη των έργων που έχουν ήδη υλοποιηθεί.

Όπως αναφέρθηκε, η κυβερνητική δέσμευση για επενδύσεις άνω του 1 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη πενταετία για τη συντήρηση των έργων αυτών, σε συνδυασμό με τις πολυετείς συμβάσεις υποστήριξης που τα συνοδεύουν, διαμορφώνει ένα σταθερό υπόβαθρο επαναλαμβανόμενων εσόδων.

Πάντως, η Unisystems δεν έχει τόση μεγάλη έκθεση στο Δημόσιο, το οποίο αντιστοιχεί μόλις στο 15% του κύκλου εργασιών της. Αντίθετα έχει σχυρή παρουσία στον ιδιωτικό τομέα, στις τράπεζες και κυρίως στις διεθνείς αγορές. 

Παράλληλα, η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης προκαλεί διττές επιπτώσεις. Από τη μία πλευρά, αυξάνει θεαματικά την παραγωγικότητα και μειώνει την πίεση για νέα έργα πληροφορικής. Από την άλλη, ενισχύει τη ζήτηση για υποδομές υψηλού κόστους, επιβαρύνοντας περαιτέρω το hardware. Η αγορά εμφανίζεται «μουδιασμένη», χωρίς ωστόσο να υπάρχουν, προς το παρόν, έργα σε άμεσο κίνδυνο.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η UniSystems επιχειρεί να προσαρμοστεί, επενδύοντας στην καινοτομία – ακόμη και μέσω εσωτερικών hackathons για την ανάπτυξη προϊόντων με αξιοποίηση AI. Ταυτόχρονα, καταγράφει ισχυρές οικονομικές επιδόσεις και σημαντικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων, που φτάνει τα 671 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030.

Στο μεταξύ, η  στρατηγική της εταιρείας μετασχηματίζεται, με αιχμή την τεχνητή νοημοσύνη, τη διεθνή δραστηριότητα και την ενίσχυση παρουσίας σε τομείς όπως η άμυνα. Παράλληλα, προσαρμόζεται και το μοντέλο ανθρώπινου δυναμικού, με περιορισμό των προσλήψεων λόγω της αυξημένης παραγωγικότητας που προσφέρει η AI.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας