Ο αμπελώνας της Σαντορίνης βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι ωστόσο αντέχει και κυρίως έχει μεγάλους συμμάχους, τα εκατομμύρια ρέκτες του ηφαιστειακού του γεννήματος. Προφανώς, η εξαιρετικά χαμηλή παραγωγή του 2026 —περίπου 350 τόνοι για την ΠΟΠ Σαντορίνη σε επίπεδο νησιού— είναι μόνο η πιο πρόσφατη ένδειξη μιας πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί σταδιακά.
Ο αμπελώνας της Σαντορίνης, άλλωστε, βιώνει δραματική συρρίκνωση, έχοντας μειωθεί ιστορικά από τα 30.000 στρέμματα, στα περίπου 13.000 στρέμματα. Η συρρίκνωση αυτή συνοδεύεται από κατακόρυφη πτώση της παραγωγής σταφυλιού (από 2.500–2.800 τόνους παλαιότερα, σε ιστορικά φετινά χαμηλά επίπεδα.
Πίσω από τους αριθμούς, όμως, βρίσκονται η γήρανση των αμπελιών, οι διαδοχικές δύσκολες καλλιεργητικές χρονιές, οι οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις, οι πιέσεις από τον τουρισμό και την υπερδόμηση, αλλά και ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται και απαιτεί από τους παραγωγούς να επανεξετάζουν διαρκώς τον τρόπο με τον οποίο καλλιεργούν.
Στο φόντο αυτό ο τρύγος του 2026 στο Κτήμα Σιγάλα προσφέρει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αυτής της προσπάθειας προσαρμογής. Όχι επειδή δίνει οριστικές απαντήσεις —κάτι που θα ήταν πρόωρο— αλλά επειδή αρχίζει να συγκεντρώνει δεδομένα από μια στρατηγική που εφαρμόζεται εδώ και περίπου μία δεκαετία: να διατηρηθεί ό,τι μπορεί να διατηρηθεί και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί το αμπέλι του μέλλοντος.
Η ανθεκτικότητα δεν είναι πλέον θεωρητική έννοια
Για τον σαντορινιό αμπελώνα, όμως, η ανθεκτικότητα έχει πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Σημαίνει ότι ένα αμπέλι πρέπει να μπορεί να συνεχίσει να παράγει σε ένα περιβάλλον όπου οι συνθήκες δεν είναι πάντοτε προβλέψιμες. Σημαίνει επίσης ότι η διαχείριση δεν μπορεί να περιορίζεται στην αντιμετώπιση μιας δύσκολης χρονιάς, αλλά χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του αμπελώνα σε βάθος χρόνου.
Το 2026, με βάση και τα όσα καταγράφει το Δελτίο Τρύγου 2026 του Κτήματος Σιγάλα, η σημαντικότερη ζημιά ήρθε κατά την άνθηση. Ένας ισχυρός και παρατεταμένος νοτιοανατολικός άνεμος, με ένταση που έφτασε έως και τα 9 μποφόρ, προκάλεσε σημαντικές απώλειες σε αρκετά αμπελοτεμάχια, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν το 50%.
Ακολούθησε ένα σχετικά ήπιο καλοκαίρι, χωρίς παρατεταμένα φαινόμενα καύσωνα. Η ωρίμανση εξελίχθηκε ομαλά, ενώ το ωίδιο, που ευνοήθηκε από τις συνθήκες της καλλιεργητικής περιόδου, αντιμετωπίστηκε, σύμφωνα με το Κτήμα, με έγκαιρη παρακολούθηση και στοχευμένες επεμβάσεις.
Η χρονιά, επομένως, όπως τονίζεται, δείχνει και τις δύο όψεις της προσαρμογής: την έκθεση του αμπελώνα σε ακραίες ή απρόβλεπτες συνθήκες, αλλά και τη σημασία της έγκαιρης παρατήρησης και της προσαρμογής της καλλιεργητικής πρακτικής.
Το στοίχημα των νέων φυτεύσεων
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εξελίξεις έρχεται από τα νεότερα αμπέλια. Το Κτήμα Σιγάλα επενδύει εδώ και περίπου δέκα χρόνια σε νέες φυτεύσεις, χρησιμοποιώντας, ανά περίπτωση, τα παραδοσιακά συστήματα της «κουλούρας» και του «κλαυδευτικού», με γραμμική τοποθέτηση των πρέμνων.
Τα αμπέλια αυτά περνούν πλέον σταδιακά στην παραγωγική τους ηλικία και αρχίζουν να δίνουν τα πρώτα συγκρίσιμα δεδομένα.
Στον τρύγο του 2026, σε ορισμένα από αυτά τα αμπελοτεμάχια οι αποδόσεις έφτασαν έως και τα 300 κιλά ανά στρέμμα — επίπεδα που προσεγγίζουν παραγωγές οι οποίες συναντώνταν παλαιότερα στη Σαντορίνη. Αντίστοιχη θετική εικόνα καταγράφηκε και σε νεότερα αμπέλια συνεργαζόμενων αμπελουργών.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν ακόμη απόδειξη μιας οριστικής λύσης. Αποτελούν, όμως, ένα πρώτο δεδομένο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η μακροχρόνια αξιολόγηση.
«Είναι η πρώτη χρονιά που έχουμε μια τόσο ουσιαστική ένδειξη από αυτές τις φυτεύσεις και αυτό μας επιτρέπει να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι», επισημαίνει ο Δρ. Στράτος Guillaume Ξυράφης, γεωπόνος και επικεφαλής αμπελώνα του Κτήματος Σιγάλα. Το κρίσιμο στοιχείο, όπως σημειώνει, είναι ο χρόνος.
«Δεν σημαίνει ότι μία ή δύο χρονιές μάς δίνουν απαντήσεις. Σημαίνει όμως ότι έχουμε θετικά στοιχεία που μπορούμε να παρακολουθήσουμε και να αξιολογήσουμε τα επόμενα χρόνια. Το ζητούμενο τώρα είναι να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα αμπέλια σε βάθος χρόνου».
Αυτή η λογική της παρατήρησης και της μακροχρόνιας αξιολόγησης βρίσκεται στον πυρήνα κάθε σοβαρής συζήτησης για την προσαρμογή ενός παραγωγικού συστήματος στις νέες συνθήκες.
Το παλιό αμπέλι ως φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο
Η αειφορία, όμως, δεν ταυτίζεται με την ανανέωση. Στη Σαντορίνη, τα παλιά κλήματα αποτελούν ταυτόχρονα παραγωγικό κεφάλαιο, ζωντανή γνώση και μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου. Η διατήρησή τους, όπου είναι εφικτή, αποτελεί επομένως ξεχωριστή διάσταση της προσπάθειας.
Η ομάδα του Κτήματος Σιγάλα, σύμφωνα με όσα σημειώνει, συνεχίζει τη συστηματική παρακολούθηση παλαιών αμπελιών, με στόχο τη διάσωσή τους και τη συνέχιση της παραγωγικής τους ζωής. Σε αμπέλια που βρίσκονται τα τελευταία χρόνια υπό συστηματική φροντίδα, η φετινή παραγωγική εικόνα παρέμεινε σταθερή.
Το ζητούμενο είναι να μη δημιουργηθεί ένα δίλημμα ανάμεσα στο «παλιό» και το «νέο».
«Για εμάς στο Κτήμα Σιγάλα οι δύο κατευθύνσεις είναι συμπληρωματικές», σημειώνει ο Στράτος Ξυράφης. «Διάσωση και συνέχιση της παραγωγικής ζωής των παλαιών κλημάτων όπου αυτό είναι εφικτό και, παράλληλα, νέες φυτεύσεις που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανανέωση και επέκταση του αμπελώνα και, τελικά, για ένα βιώσιμο μέλλον για την αμπελουργία της Σαντορίνης».
Είναι, ουσιαστικά, μια προσέγγιση δύο ταχυτήτων: διατήρηση του παραγωγικού και πολιτιστικού αποθέματος που υπάρχει και παράλληλη δημιουργία νέου παραγωγικού δυναμικού.
Από τη γνώση της παράδοσης στην επιστήμη της προσαρμογής
Η Σαντορίνη διαθέτει μια μοναδική συσσωρευμένη γνώση γύρω από την καλλιέργεια της αμπέλου σε ένα ιδιαίτερο περιβάλλον. Η γνώση αυτή, ωστόσο, καλείται σήμερα να συνυπάρξει με νέα δεδομένα και νέες επιστημονικές προσεγγίσεις.
«Η Σαντορίνη σε μαθαίνει πρώτα απ’ όλα να παρατηρείς και να ακούς. Υπάρχει τεράστια γνώση σε αυτόν τον τόπο και στους ανθρώπους που δουλεύουν τον αμπελώνα εδώ και χρόνια. Όμως υπάρχουν και νέα δεδομένα τα οποία προσεγγίζουμε με επιστημονικότητα και συστηματική δουλειά στο αμπέλι τα τελευταία 10 χρόνια», σημειώνει ο Γιάννης Μπουτάρης, επικεφαλής της ομάδας του Κτήματος Σιγάλα.
Η παρατήρηση, η καταγραφή και η αξιολόγηση αποκτούν έτσι ιδιαίτερη σημασία. Η βιωσιμότητα δεν είναι μία στατική κατάσταση αλλά μια διαρκής διαδικασία προσαρμογής. Και αυτή η προσαρμογή δεν αφορά μόνο το αμπέλι.
Αφορά τους ανθρώπους που το καλλιεργούν, την οικονομική βιωσιμότητα της παραγωγής, τη διατήρηση της τεχνογνωσίας, τη δυνατότητα ανανέωσης του παραγωγικού δυναμικού και τη σχέση της γεωργίας με έναν τόπο που δέχεται ολοένα περισσότερες πιέσεις από διαφορετικές κατευθύνσεις.
Μικρότερη παραγωγή, θετικές πρώτες ενδείξεις ποιότητας
Στο μεταξύ, με βάση το Δελτίο, ο τρύγος του 2026 ξεκίνησε για το Κτήμα Σιγάλα στις 6 Αυγούστου με το Μαυροτράγανο.
Στις 8 Αυγούστου ακολούθησε το Ασύρτικο από τα χαμηλότερα αμπέλια της Οίας και της Μεσσαριάς και στη συνέχεια από τις υπόλοιπες περιοχές και τα υψηλότερα χωριά του νησιού. Η συγκομιδή ολοκληρώθηκε στις 26 Αυγούστου με τη Μανδηλαριά και το Αηδάνι.
Παρά τις χαμηλές αποδόσεις, τα σταφύλια έφτασαν στο οινοποιείο σε εξαιρετική κατάσταση, σύμφωνα με το Κτήμα, διατηρώντας καλές οξύτητες και καθαρά αρωματικά χαρακτηριστικά.
Οι πρώτες ενδείξεις, όμως, από τις οινοποιήσεις είναι ιδιαίτερα θετικές για το Ασύρτικο. «Το σχετικά ήπιο καλοκαίρι βοήθησε τα σταφύλια να ωριμάσουν ομαλά και να κρατήσουν πολύ καλές οξύτητες και καθαρά, φρέσκα αρώματα», αναφέρει η Σάρα Ιακωβίδου, οινολόγος του Κτήματος Σιγάλα.
Οι οινοποιήσεις, ωστόσο, βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και οι πρώτες ενδείξεις δεν αποτελούν παρά την αρχή της αξιολόγησης της εσοδείας.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η συνέχεια
Η φετινή χρονιά, προφανώςς, δεν λύνει τα προβλήματα του σαντορινιού αμπελώνα. Προσθέτει, όμως, νέα δεδομένα σε μια διαδικασία που θα κριθεί σε βάθος χρόνου.
Η διατήρηση των παλιών κλημάτων, οι νέες φυτεύσεις, η συστηματική παρακολούθηση των αμπελιών, η επιστημονική έρευνα και η προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αποτελούν διαφορετικές πλευρές του ίδιου ζητήματος: πώς ένας ιστορικός αμπελώνας μπορεί να παραμείνει ζωντανός χωρίς να χάσει την ταυτότητα που τον έκανε μοναδικό.
«Για εμάς έχει σημασία να κρατήσουμε ζωντανό ό,τι μπορεί να διατηρηθεί, αλλά και να συνεχίσουμε να φυτεύουμε σήμερα με το βλέμμα στα επόμενα χρόνια. Δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Είναι δύο κομμάτια της ίδιας προσπάθειας, ώστε ο αμπελώνας της Σαντορίνης να παραμείνει ζωντανός και παραγωγικός και για τις επόμενες γενιές», υπογραμμίζει ο Γιάννης Μπουτάρης.
Η προσέγγιση αυτή μετατοπίζει τη συζήτηση από την ετήσια παραγωγή στη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μάθημα του φετινού τρύγου: σε έναν τόπο όπου η παράδοση έχει διαμορφωθεί μέσα από αιώνες προσαρμογής, η διατήρηση δεν σημαίνει ακινησία. Σημαίνει αλλαγή με μέτρο, γνώση και ορίζοντα χρόνου.
Μια κουλούρα που συνεχίζει να γυρίζει
Η ιδέα αυτή αποτυπώνεται συμβολικά και στο φετινό μπλουζάκι του τρύγου του Κτήματος Σιγάλα.
«Plus ça change, plus c'est la même chose» — «όσο περισσότερο αλλάζουν τα πράγματα, τόσο παραμένουν τα ίδια» — είναι η γνωστή φράση του Γάλλου συγγραφέα και δημοσιογράφου Alphonse Karr, που εδώ αποκτά μια διαφορετική ανάγνωση μέσα από την πραγματικότητα του σαντορινιού αμπελώνα.
Στο σχέδιο του Ιωακείμ Γαλαίου, μια κουλούρα συνεχίζει την πορεία της προς το μέλλον.
Η εικόνα συμπυκνώνει, με έναν τρόπο, το ζητούμενο της βιωσιμότητας: να αλλάζεις αρκετά ώστε να μπορείς να συνεχίσεις, χωρίς να χάνεις αυτό που αξίζει να διατηρηθεί.
Για τη Σαντορίνη, η πρόκληση είναι πλέον να μετατραπεί αυτή η αρχή σε μακροπρόθεσμη πρακτική — με επένδυση στο αμπέλι, στους ανθρώπους και στην έρευνα. Γιατί η βιωσιμότητα του αμπελώνα, εν όψει και του Τιπικού Χωροταξικού, θα κριθεί από το αν οι σημερινές αποφάσεις θα επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να συνεχίσουν να καλλιεργούν τη Σαντορίνη.