Σε συζητήσεις για την πώληση της μονάδας εμπορίας μετάλλων στην αυστραλιανή επενδυτική τράπεζα Macquarie βρίσκεται η Cargill, σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές που γνωρίζουν τις διαπραγματεύσεις. Η πιθανή συμφωνία εντάσσεται στη στρατηγική του αμερικανικού ομίλου να επικεντρωθεί περισσότερο στις βασικές δραστηριότητές του στους τομείς των τροφίμων και της αγροτικής παραγωγής.
Οι συνομιλίες βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι θα καταλήξουν σε συμφωνία. Ούτε η Cargill ούτε η Macquarie προχώρησαν σε επίσημες δηλώσεις για το θέμα.
Η μονάδα μετάλλων της Cargill, με έδρα τη Σιγκαπούρη, δραστηριοποιείται στο διεθνές εμπόριο σιδηρομεταλλεύματος και χάλυβα. Σε ετήσια βάση διακινεί 60 έως 70 εκατομμύρια τόνους σιδηρομεταλλεύματος και περίπου 4 εκατομμύρια τόνους χάλυβα, απασχολώντας περίπου 130 εργαζομένους.
Η ενδεχόμενη αποεπένδυση πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας για την αγορά σιδηρομεταλλεύματος. Η επιβράδυνση της ζήτησης στην Κίνα, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο καταναλωτή παγκοσμίως, επηρεάζει τις προοπτικές του κλάδου, ενώ η ενισχυμένη παρουσία κρατικών φορέων στις αγορές πρώτων υλών περιορίζει τη μεταβλητότητα από την οποία παραδοσιακά επωφελούνται οι εμπορικοί οίκοι.
Η Cargill έχει ήδη προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων της. Το 2024 αποχώρησε από το φυσικό εμπόριο χάλυβα στην Κίνα, καθώς η παρατεταμένη κρίση στον κλάδο ακινήτων της χώρας περιόρισε τη ζήτηση. Την ίδια χρονιά αναδιοργάνωσε τη λειτουργική της δομή, μειώνοντας τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς από πέντε σε τρεις.
Η πιθανή πώληση της μονάδας μετάλλων θεωρείται ακόμη ένα βήμα προς την ενίσχυση της παρουσίας της εταιρείας στους τομείς των τροφίμων, της γεωργίας και του εμπορίου αγροτικών προϊόντων, που αποτελούν διαχρονικά τον πυρήνα της δραστηριότητάς της.
Δεν θα πρόκειται, πάντως, για την πρώτη συναλλαγή μεταξύ των δύο ομίλων. Το 2017 η Cargill είχε μεταβιβάσει στη Macquarie τη δραστηριότητά της στον τομέα του πετρελαίου, η οποία περιλάμβανε το εμπόριο αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων.
Εφόσον ολοκληρωθεί η συμφωνία, η Macquarie θα ενισχύσει περαιτέρω τη θέση της στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων, ενώ η Cargill θα προχωρήσει σε ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση των δραστηριοτήτων της στους τομείς όπου διαθέτει το ισχυρότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Πηγή: Reuters