Μενού Ροή
ElvalHalcor: Στα €236 εκατ. η οργανική κερδοφορία το 2025

Αυξημένες κατά 5,1% ήταν οι ενοποιημένες πωλήσεις της ElvalHalcor το 2025 και ανήλθαν σε 3,614 δισ. ευρώ, ενώ τα αναπροσαρμοσμένα ενοποιημένα κέρδη πριν από φόρους, τόκους, αποσβέσεις, αποτελέσματα μετάλλου και λοιπά έκτακτα κέρδη και ζημίες (a-EBITDA), τα οποία απεικονίζουν καλύτερα την οργανική κερδοφορία του Ομίλου, εμφάνισαν οριακή μείωση κατά 0,6% και διαμορφώθηκαν στα 236,0 εκατ. ευρώ.

Τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 109,5 εκατ. ευρώ το 12Μ’25, στο ίδιο επίπεδο με το 12Μ’24, όπως ανακοίνωσε η εταιρεία. 

Κύρια οικονομικά στοιχεία

  • Ανθεκτικότητα με οργανική κερδοφορία (a-EBITDA) στα 236,0 εκατ. ευρώ έναντι 237,5 εκατ. ευρώ το 2024.
  • Μείωση του καθαρού δανεισμού κατά 38,1 εκατ. ευρώ από τις 31.12.2024.
  • Μείωση του καθαρού χρηματοοικονομικού κόστους κατά 20,0% ή κατά 9,0 εκατ. ευρώ το 2025 σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Κύρια επιχειρησιακά στοιχεία

Αύξηση του όγκου πωλήσεων κατά 2,6% έναντι του 2024 που οδηγείται κυρίως από τον κλάδο αλουμινίου, παρά τις συνθήκες αστάθειας που δημιούργησαν η επιβολή δασμών, οι αυξημένες τιμές μετάλλων και το υψηλό ενεργειακό κόστος.

Επισκόπηση

Μετά από ένα ισχυρό πρώτο εξάμηνο σε σύγκριση με ένα ασθενές πρώτο εξάμηνο του 2024, το δεύτερο εξάμηνο του 2025 επηρεάστηκε από την επιβολή δασμών στις εισαγωγές προϊόντων αλουμινίου και χαλκού στις Η.Π.Α., από διαταραχές στις αγορές scrap, από τις επίμονα υψηλές τιμές ενέργειας και τα γενικότερα πληθωριστικά κόστη. Οι παράγοντες αυτοί οδήγησαν σε ένα ασθενέστερο δεύτερο εξάμηνο, ιδιαίτερα στον κλάδο του χαλκού. Παρόλα αυτά η κερδοφορία του έτους στο σύνολό του παρέμεινε στο ίδιο επίπεδο με εκείνο του 2024.

Οι ενοποιημένες πωλήσεις για το 2025 ανήλθαν σε 3.614,5 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 5,1% σε σύγκριση με 3.438,5 εκατ. ευρώ το 2024, οδηγούμενες από τους αυξημένους όγκους πωλήσεων και τις υψηλότερες τιμές στο LME. Τα αναπροσαρμοσμένα ενοποιημένα κέρδη πριν από φόρους, τόκους, αποσβέσεις, αποτελέσματα μετάλλου και λοιπά έκτακτα κέρδη και ζημίες (a-EBITDA), τα οποία απεικονίζουν καλύτερα την οργανική κερδοφορία του Ομίλου, εμφάνισαν οριακή μείωση κατά 0,6% και διαμορφώθηκαν στα 236,0 εκατ. ευρώ το 2025 έναντι 237,5 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, το δυσμενές μείγμα πωλήσεων και οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών επηρέασαν αρνητικά την κερδοφορία του Ομίλου. Τα λογιστικά αποτελέσματα μετάλλου διαμορφώθηκαν σε κέρδη 5,7 εκατ. ευρώ, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με τα κέρδη 6,2 εκατ. ευρώ της αντίστοιχης περιόδου το προηγούμενο έτος. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, τα ενοποιημένα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) ανήλθαν σε 226,1 εκατ. ευρώ, έναντι 242,7 εκατ. ευρώ το 12Μ’24. 

Οι τιμές των μετάλλων στο LME κατέγραψαν αξιοσημείωτη αύξηση κατά το πρώτο τρίμηνο της χρήσης, την οποία ακολούθησε αποκλιμάκωση στα τέλη Μαρτίου και ταχεία άνοδο τον Δεκέμβριο, μετά από αισιόδοξες προσδοκίες. Επιπρόσθετα, η μέση τιμή του αλουμινίου διαμορφώθηκε σε 2.333 ευρώ ανά τόνο το 12Μ’25, έναντι 2.236 ευρώ ανά τόνο το 12Μ’24, αυξημένη κατά 4,3%. Η μέση τιμή του χαλκού ανήλθε σε 8.801 ευρώ ανά τόνο, έναντι 8.454 ευρώ ανά τόνο την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας αύξηση 4,1%, ενώ η μέση τιμή του ψευδαργύρου διαμορφώθηκε σε 2.543 ευρώ ανά τόνο το 12Μ’25, έναντι 2.569 ευρώ ανά τόνο το 12Μ’24, καταγράφοντας μείωση 1,0%.

Η σταθερή κερδοφορία και οι στοχευμένες κεφαλαιουχικές δαπάνες οδήγησαν σε σημαντική μείωση του καθαρού δανεισμού του Ομίλου σε ετήσια βάση, κατά 38,1 εκατ. ευρώ. Η βελτίωση αυτή, σε συνδυασμό με τη θετική επίδραση των χαμηλότερων επιτοκίων, συνέβαλε σε μείωση κατά 20,0% του καθαρού χρηματοοικονομικού αποτελέσματος, το οποίο ανήλθε σε 35,9 εκατ. ευρώ για το 12Μ’25, έναντι 44,9 εκατ. ευρώ το 12Μ’24. Ο συνολικός δανεισμός διαμορφώθηκε σε 659,2 εκατ. ευρώ, έναντι 723,1 εκατ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2024, ενώ ο καθαρός δανεισμός μειώθηκε σε 605,3 εκατ. ευρώ από 643,5 εκατ. ευρώ την ίδια περίοδο. Παρότι η διαχείριση κεφαλαίου κίνησης παραμένει βασική προτεραιότητα και για τους δύο κλάδους, η άνοδος των τιμών LME και οι προκλήσεις στην αγορά των πρώτων υλών οδήγησαν σε υψηλότερα επίπεδα το κεφάλαιο κίνησης.

Τέλος, τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 109,5 εκατ. ευρώ το 12Μ’25, στο ίδιο επίπεδο με το 12Μ’24, ενώ τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας διαμορφώθηκαν σε 103,4 εκατ. ευρώ το 12Μ’25 (ή 0,2761 ευρώ ανά μετοχή), έναντι 103,2 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους (ή 0,2752 ευρώ ανά μετοχή).

Κατά τη διάρκεια του έτους, η Εταιρεία διένειμε μέρισμα ύψους 33,8 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 125% σε σύγκριση με το 2024. Η μείωση του καθαρού δανεισμού και η ισχυρή κερδοφορία του Ομίλου επιτρέπουν στο Διοικητικό Συμβούλιο να προτείνει τη διανομή μερίσματος ύψους 0,11 ευρώ ανά μετοχή το 2026.

 

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, ο Γενικός Διευθυντής του κλάδου αλουμινίου, Νικόλαος Καραμπατέας, δήλωσε:

«Ο κλάδος αλουμινίου παρουσίασε βελτιωμένη κερδοφορία και ισχυρές ταμειακές ροές, ενισχύοντας περαιτέρω τη χρηματοοικονομική θέση του Ομίλου, παρά τις συνεχιζόμενες οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, καθώς το ευρύ και με μεγάλη διαφοροποίηση χαρτοφυλάκιο και η εκτεταμένη διεθνής παρουσία ενίσχυσαν την ανθεκτικότητα και υποστήριξαν τις σταθερές μας επιδόσεις. Η πειθαρχημένη κατανομή των κεφαλαίων, η επιχειρησιακή αριστεία και οι ισχυρές συνεργασίες σε όλη την αλυσίδα αξίας επέτρεψαν στον κλάδο να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες ανάπτυξης και να δημιουργήσει βιώσιμη αξία για τους μετόχους. Ο κλάδος αλουμινίου θα συνεχίσει να εστιάζει στην αποδοτικότητα, στη στοχευμένη βελτιστοποίηση του μίγματος προϊόντων και στην επιχειρησιακή ευελιξία, ώστε να αντιμετωπίσει το υψηλό ενεργειακό κόστος και τη μεταβλητότητα των πρώτων υλών, αντιμετωπίζοντας παράλληλα αποτελεσματικά τις αυξημένες τιμές scrap και τις επιπτώσεις των δασμών. Μέσα από τις δικές μας κύριες δυνάμεις, τις πρωτοβουλίες βελτίωσης των λειτουργικών επιδόσεων και τις στρατηγικές συνεργασίες με τους εταίρους μας, διασφαλίζουμε βιώσιμη ανάπτυξη και ανθεκτικότητα σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κλάδο».

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, ο Γενικός Διευθυντής του κλάδου χαλκού, Πάνος Λώλος, ανάφερε:

«Σε μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από μακροοικονομική αβεβαιότητα, ασθενή ζήτηση στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας, ανατροπές στο διεθνές εμπόριο που είχαν ως αποτέλεσμα την αδυναμία επίτευξης ή/και υλοποίησης εμπορικών συμφωνιών, διατάραξης της εφοδιαστικής αλυσίδας πρωτογενών και δευτερογενών υλών, και απότομη άνοδο των τιμών χαλκού στο LME, ο κλάδος χαλκού επέδειξε ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα και ισχυρή θέση στην αγορά. Υποστηριζόμενοι από την ισχυρή απόδοση σε στρατηγικά προϊόντα, ιδιαίτερα για τους σωλήνες εγκαταστάσεων και τις λάμες χαλκού (bus bars) – οι τελευταίες οδηγούμενες από τις εφαρμογές σε data centers και δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας -, επετεύχθη αύξηση 0,5% του όγκου πωλήσεων. Ωστόσο, η κερδοφορία μας επηρεάστηκε από τα αυξημένα ενεργειακά και εν γένει πληθωριστικά κόστη και το μίγμα των πωλήσεων. Παρά τις προκλήσεις, συνεχίσαμε να επενδύουμε στην ενίσχυση της παραγωγικής ευελιξίας, στη βελτιστοποίηση της προμήθειας πρώτων υλών και στην ανάπτυξη προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας – παρουσιάζοντας νέα στην αγορά – και με πειθαρχημένη διαχείριση κόστους και κεφαλαίου κίνησης εν μέσω σημαντικής μεταβλητότητας του LME το τελευταίο τρίμηνο.»

 

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας