Για την επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, τον Ιούνιο, μετατίθεται σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις η αύξηση των επιτοκίων, η οποία αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Όπως παραδέχθηκε σήμερα η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, το θέμα της αύξησης των επιτοκίων τέθηκε σήμερα στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο ωστόσο αποφάσισε να κρατήσει στάση αναμονής μέχρι την επόμενη συνεδρίαση του Ιουνίου, οπότε θα έχει στη διάθεση του τις νέες μακροοικονομικές προβλέψεις. Επομένως με δεδομένο ότι όπως ανέφερε η ίδια το βασικό σενάριο για την πορεία της οικονομίας έχει εγκαταλειφθεί καθώς μετά από δύο μήνες πολέμου η οικονομία φαίνεται να οδηγείται στο δυσμενές σενάριο, οι πιθανότητες για αύξηση των επιτοκίων αυξάνονται δραματικά.
Το Διοικητικό Συμβούλιο θα παρακολουθήσει προσεκτικά την κατάσταση, ακολουθώντας μια προσέγγιση που βασίζεται στα εκάστοτε διαθέσιμα στοιχεία και λαμβάνοντας αποφάσεις από συνεδρίαση σε συνεδρίαση για τον καθορισμό της κατάλληλης κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις του όσον αφορά τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγησή του για τις προοπτικές του πληθωρισμού και τους κινδύνους που τις περιβάλλουν, υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών στοιχείων, καθώς και για τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και την ένταση με την οποία μεταδίδεται η νομισματική πολιτική. Το Διοικητικό Συμβούλιο δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων.
Ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,0% τον Απρίλιο, από 2,6% τον Μάρτιο και 1,9% τον Φεβρουάριο. Η άνοδος αυτή οφείλεται στην εκτίναξη των τιμών της ενέργειας που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό έχουν αυξηθεί σημαντικά σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Τα περισσότερα μέτρα των μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό κυμαίνονται γύρω στο 2%, υποστηρίζοντας τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού γύρω από τον στόχο μεσοπρόθεσμα.
Η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα διατηρήσει τον πληθωρισμό πολύ πάνω από το 2% βραχυπρόθεσμα. Καθώς η περίοδος των υψηλών τιμών ενέργειας παρατείνεται, η πιθανή επίδραση στον ευρύτερο πληθωρισμό μέσω έμμεσων και δευτερογενών επιπτώσεων εντείνεται. Εάν οι τιμές της ενέργειας αυξηθούν περισσότερο και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι αναμένεται σήμερα, ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ θα αυξηθεί περαιτέρω.
Όσον αφορά τις προοπτικές για την ανάπτυξη της οικονομίας η Κρ. Λαγκάρντ ανέφερε ότι οι κίνδυνοι για υποχώρηση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ είναι αυξημένοι.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή παραμένει η κύρια εστία η οποία μπορεί να προκαλέσει πιέσεις στο ρυθμό ανάπτυξης. Όπως ανέφερε η ίδια, μία παρατεταμένη διακοπή του ενεργειακού εφοδιασμού θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές της ενέργειας περαιτέρω και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι αναμένεται σήμερα. Αυτοί οι παράγοντες θα διαβρώσουν τα εισοδήματα και θα κάνουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά πιο διστακτικά στο να επενδύσουν και να δαπανήσουν. Η ανάσχεση της ανάπτυξης θα εντεινόταν εάν το κλείσιμο σημαντικών ναυτιλιακών οδών προκαλούσε οξείες ελλείψεις βασικών εισροών, αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ να περιορίσουν την παραγωγή τους. Μια επιδείνωση του κλίματος στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω τη ζήτηση. Πρόσθετες τριβές στο διεθνές εμπόριο θα μπορούσαν να επιδεινώσουν τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, να μειώσουν τις εξαγωγές και να αποδυναμώσουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Άλλες γεωπολιτικές εντάσεις, ιδίως ο αδικαιολόγητος πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, παραμένουν σημαντική πηγή αβεβαιότητας.
Αντίθετα, η ανάπτυξη θα μπορούσε να αποδειχθεί υψηλότερη εάν η οικονομία αποδειχθεί πιο προσαρμοστική στις διαταραχές που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ή εάν η σύγκρουση επιλυθεί ταχύτερα από ό,τι αναμένεται σήμερα. Επιπλέον, οι προγραμματισμένες αμυντικές δαπάνες και δαπάνες για υποδομές, οι μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ ενδέχεται να ωθήσουν την ανάπτυξη περισσότερο από το αναμενόμενο. Οι νέες εμπορικές συμφωνίες και η βαθύτερη ενοποίηση της Ενιαίας Αγοράς θα μπορούσαν επίσης να ενισχύσουν την ανάπτυξη πέρα από τις τρέχουσες προσδοκίες.