Ο διαθέσιμος χώρος έχει εξελιχθεί σε βασικό επιχείρημα στις συζητήσεις για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Τα φωτοβολταϊκά πάρκα κατηγορούνται ότι «καταλαμβάνουν» παραγωγική γη, ενώ τα αιολικά απαιτούν προσεκτική χωροθέτηση ώστε να μην επηρεάζουν περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας, όπως οι μεταναστευτικοί διάδρομοι πτηνών. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι τοπικές αντιδράσεις παρουσιάζονται ως ένδειξη ότι η Ευρώπη εξαντλεί τα περιθώρια για την πράσινη μετάβαση.
Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν μια διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του έργου RENewLand, που εξετάζει τον χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία, το βασικό εμπόδιο δεν είναι η έλλειψη γης, αλλά η ικανότητα των θεσμών να διαχειριστούν με διαφάνεια και συντονισμό τις συγκρουόμενες χρήσεις. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε από το Energy Policy Group, το WWF και το Centre for Energy Research, με την υποστήριξη της European Climate Initiative (EUKI).
Επαρκής χώρος, αλλά με όρους
Στις τέσσερις πιλοτικές περιοχές της μελέτης — Μπρασόβ και Πράχοβα στη Ρουμανία, Καπουβάρ στην Ουγγαρία και Ρούσε στη Βουλγαρία — διαπιστώνεται ότι, ακόμη και μετά την εφαρμογή περιβαλλοντικών περιορισμών και ζωνών προστασίας γύρω από οικισμούς, παραμένουν σημαντικές εκτάσεις κατάλληλες για αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα.
Το τεχνικό δυναμικό για φωτοβολταϊκά είναι ιδιαίτερα υψηλό, αγγίζοντας σε ορισμένες περιοχές έως και σχεδόν το μισό της συνολικής επιφάνειας. Η καταλληλότητα για αιολικά διαφέρει, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και τα περιβαλλοντικά κριτήρια. Κοινός παρονομαστής, ωστόσο, είναι ότι μεγάλο μέρος των κατάλληλων εκτάσεων συμπίπτει με αγροτική γη — κυρίως πεδινές περιοχές που είναι ελκυστικές τόσο για καλλιέργεια όσο και για ενεργειακή αξιοποίηση.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: το ζήτημα δεν είναι η έλλειψη χώρου, αλλά η ανάγκη για καλύτερο σχεδιασμό που θα επιτρέπει τη συνύπαρξη γεωργίας και ΑΠΕ, με σαφή κριτήρια και συντονισμένες αποφάσεις.
Οι εντάσεις γύρω από τη γεωργική γη
Η επικάλυψη έργων ΑΠΕ με αγροτικές εκτάσεις έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Στη Βουλγαρία, για παράδειγμα, φωτοβολταϊκά σε γεωργική γη έχουν οδηγήσει σε διαμαρτυρίες, νομικές προσφυγές και αντιστάσεις από δημοτικές αρχές. Συχνά οι συγκρούσεις αυτές ερμηνεύονται ως απόρριψη της πράσινης ενέργειας. Στην πράξη, όμως, σχετίζονται κυρίως με τη διαδικασία: ελλιπή κριτήρια επιλογής τοποθεσιών, περιορισμένη διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και ασαφείς μηχανισμούς ανταποδοτικών οφελών.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η γεωργία και η παραγωγή ενέργειας δεν είναι κατ’ ανάγκην ανταγωνιστικές δραστηριότητες. Υπό προϋποθέσεις, μπορούν να συνδυαστούν — όπως στην περίπτωση των αγρο-φωτοβολταϊκών — ενώ υποβαθμισμένες ή χαμηλής παραγωγικότητας εκτάσεις μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλη εναλλακτική. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η λεπτομερής αξιολόγηση της ποιότητας του εδάφους και του ρόλου κάθε περιοχής στην επισιτιστική παραγωγή, με αξιόπιστα και επικαιροποιημένα δεδομένα.
RED III και Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της αναθεωρημένης Οδηγίας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (RED III), η οποία υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να ορίσουν Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ — ζώνες όπου οι αδειοδοτικές διαδικασίες θα είναι ταχύτερες και απλούστερες.
Για τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, η διαδικασία αυτή αποτελεί δοκιμασία θεσμικής ωριμότητας. Απαιτεί αξιόπιστα χωρικά δεδομένα, συνεργασία μεταξύ διαφορετικών τομέων πολιτικής και ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της βιοποικιλότητας, τη γεωργική αξία της γης και την τεχνική σκοπιμότητα των έργων.
Εφόσον σχεδιαστούν σωστά, οι Περιοχές Επιτάχυνσης μπορούν να περιορίσουν τις συγκρούσεις και να ενισχύσουν τη βεβαιότητα των επενδυτών. Αν όμως η διαδικασία γίνει αποσπασματικά, υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχυθεί η αντίληψη ότι η επιτάχυνση επιτυγχάνεται εις βάρος της φύσης ή των τοπικών αναγκών.
Δεδομένα, δίκτυα και διακυβέρνηση
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η ποιότητα των διαθέσιμων δεδομένων. Ελλείψεις σε πληροφορίες για οικολογικούς διαδρόμους, προστατευόμενες περιοχές, ιδιοκτησιακό καθεστώς και κατάσταση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας δυσχεραίνουν τον σχεδιασμό και τροφοδοτούν αμφισβητήσεις.
Παράλληλα, η χωρητικότητα και η γεωγραφική κατανομή των δικτύων μεταφοράς ενέργειας καθορίζουν ποια έργα μπορούν πράγματι να υλοποιηθούν. Η ευθυγράμμιση του χωροταξικού σχεδιασμού με τον ενεργειακό σχεδιασμό είναι απαραίτητη, προκειμένου να αποφευχθούν καθυστερήσεις και «στενωποί» στη σύνδεση νέων έργων.
Όπως επισημαίνει το WWF, η ενίσχυση του χωροταξικού σχεδιασμού δεν αποτελεί απλή διοικητική διαδικασία, αλλά βασικό εργαλείο για την ευθυγράμμιση των κλιματικών στόχων με την προστασία της φύσης και τη βιώσιμη χρήση γης.
Σε τελική ανάλυση, η επιτυχία της πράσινης μετάβασης στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δεν θα κριθεί από τον αριθμό των διαθέσιμων εκταρίων, αλλά από την αξιοπιστία των θεσμών και των διαδικασιών που αποφασίζουν πού και πώς θα αναπτυχθούν οι ΑΠΕ. Η πρόκληση δεν είναι γεωγραφική — είναι ζήτημα διακυβέρνησης.
Πηγή: ceenergynews