Νέο κύμα ανόδου καταγράφουν οι τιμές των καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη μέση τιμή της βενζίνης να ξεπερνά και πάλι το ψυχολογικό όριο των 4 δολαρίων ανά γαλόνι, καθώς η αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζει να επηρεάζει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικανικής Ένωσης Αυτοκινήτου (AAA), η μέση εθνική τιμή λιανικής διαμορφώθηκε τη Δευτέρα στα 4,003 δολάρια ανά γαλόνι, σημειώνοντας αύξηση άνω του 30% σε σχέση με τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.
Η άνοδος συνδέεται άμεσα με τις διαταραχές στις μεταφορές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς αργού πετρελαίου. Οι ανησυχίες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στην περιοχή έχουν ενισχύσει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, οι οποίες μεταφέρονται γρήγορα και στην αγορά καυσίμων.
Αναλυτές της αγοράς εκτιμούν ότι η παρατεταμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή μπορεί να τροφοδοτήσει νέες πληθωριστικές πιέσεις στην αμερικανική οικονομία. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η αγορά διυλισμένων προϊόντων αντιμετωπίζει ήδη στενότητα προσφοράς λόγω της μείωσης της παγκόσμιας διυλιστικής δυναμικότητας, ιδιαίτερα στην Ασία και τη Μέση Ανατολή.
Στην ανοδική πορεία των τιμών συμβάλλουν επίσης οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Ρωσία, που έχουν περιορίσει μέρος της παραγωγικής ικανότητας των ρωσικών διυλιστηρίων, καθώς και τα σχετικά χαμηλά αποθέματα καυσίμων στις ΗΠΑ. Τα αμερικανικά αποθέματα βενζίνης διαμορφώθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα στα 210,5 εκατ. βαρέλια, επίπεδο χαμηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Η αύξηση των τιμών αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, καθώς το κόστος των καυσίμων αποτελεί έναν από τους βασικούς δείκτες που επηρεάζουν την καθημερινότητα των Αμερικανών καταναλωτών. Με τις τιμές να κινούνται και πάλι ανοδικά, η κυβέρνηση Τραμπ αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπη με αυξανόμενες πιέσεις για παρεμβάσεις που θα περιορίσουν το ενεργειακό κόστος και τις επιπτώσεις στον πληθωρισμό.
Πηγή: Reuters