Μενού Ροή
ΣΕΒ
Η Ευρώπη πληρώνει την αποβιομηχάνιση – Η ενέργεια, τα κρίσιμα ορυκτά και το νέο γεωπολιτικό στοίχημα

Για δεκαετίες η Ευρώπη πίστεψε ότι μπορούσε να μετατραπεί σε μια οικονομία υπηρεσιών, αφήνοντας τη βαριά βιομηχανία, την εξόρυξη και ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής διαδικασίας εκτός των συνόρων της. Η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και η μάχη για τον έλεγχο των κρίσιμων πρώτων υλών, δείχνουν πλέον με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι το μοντέλο αυτό έχει φτάσει στα όριά του.

Το μήνυμα που εξέπεμψαν τόσο ο ΣΕΒ όσο και ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων κατά τη γενική συνέλευση του ΣΜΕ χθες στην Αθήνα, ήταν σαφές: η Ευρώπη πληρώνει σήμερα το κόστος πολιτικών επιλογών που αποδυνάμωσαν τη βιομηχανική της βάση, αύξησαν την ενεργειακή εξάρτηση και οδήγησαν σε υποτίμηση της σημασίας των ορυκτών πρώτων υλών.

Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός απέναντι στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, υποστηρίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί με «λάθος δεδομένα», επιβάλλοντας ενιαίους κανόνες σε οικονομίες με διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικές υποδομές και διαφορετικό ενεργειακό μείγμα.

 

Όπως τόνισε, η Ευρώπη κατέληξε να έχει ενεργειακό κόστος πολλαπλάσιο εκείνου που αντιμετωπίζουν οι βιομηχανίες στις ΗΠΑ και την Κίνα, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις και περιορίζει δραστικά την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.

Ως Ευρώπη, «είμαστε 3-6 φορές ακριβότεροι» από τους μεγάλους ανταγωνιστές, υποδεικνύοντας παράλληλα πως «συνεχίζουμε να διοικούμαστε από έναν οργανισμό με 28 γνώμες, που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι γρήγορος ή ευέλικτος» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Πάντως, εκτίμησε ότι η Ευρώπη «ξυπνά», και τα πράγματα είναι καλύτερα σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια, μα και πάλι δεν μπορεί να τρέξει ή να δείξει ευελιξία, ειδικά σε σχέση με τους ανταγωνιστές, που έχουν αναπτύξει ταχύτητες.

Η κριτική του δεν περιορίστηκε στο ενεργειακό κόστος. Ανέδειξε ευθέως το στρατηγικό αδιέξοδο μιας Ευρώπης που, όπως είπε, «αποφάσισε μόνη της να σώσει τον πλανήτη», αποβιομηχανοποιώντας σταδιακά την οικονομία της και θεωρώντας ότι θα μπορεί επ’ αόριστον να εισάγει όσα χρειάζεται από τρίτες χώρες.

Η πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε διαφορετική. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, αλλά και οι νέες γεωπολιτικές εντάσεις γύρω από τον Περσικό Κόλπο και τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες αποκάλυψαν πόσο ευάλωτο είναι ένα παραγωγικό μοντέλο χωρίς ενεργειακή και βιομηχανική αυτονομία.

Οι κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες αποκτούν πλέον χαρακτήρα όχι μόνο οικονομικό αλλά και γεωπολιτικό. Το γάλλιο, ο χαλκός, οι σπάνιες γαίες και τα υπόλοιπα κρίσιμα μέταλλα δεν αποτελούν απλώς υλικά για τη βιομηχανία ή την πράσινη μετάβαση. Αποτελούν εργαλείο ισχύος και στρατηγικής επιρροής, σε μια περίοδο όπου η Δύση επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή της από τα ασιατικά μονοπώλια και κυρίως από την Κίνα.

Ο πρόεδρος του ΣΜΕ, Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, μίλησε για μια ιστορική δικαίωση του εξορυκτικού κλάδου, ο οποίος επί δεκαετίες αντιμετωπίστηκε περίπου ως ανεπιθύμητη δραστηριότητα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Όπως σημείωσε, η δημόσια συζήτηση για τις κρίσιμες πρώτες ύλες αποδεικνύει ότι η Ευρώπη αρχίζει πλέον να αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να στηρίξει ούτε την ενεργειακή μετάβαση ούτε τη βιομηχανική της επιβίωση χωρίς πρόσβαση σε ορυκτό πλούτο.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου, διαθέτει μια σημαντική ευκαιρία να αναβαθμίσει τον ρόλο της στον νέο ευρωπαϊκό χάρτη των κρίσιμων πρώτων υλών. Η επένδυση της Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της, ενώ η Metlen προχωρά στην παραγωγή γαλλίου. Παράλληλα, μέχρι το τέλος του 2026 η χώρα αναμένεται να παράγει και χαλκό, ενισχύοντας ουσιαστικά την προσπάθεια της Ευρώπης να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτάρκεια σε στρατηγικά μέταλλα.

Στρατηγική αυτονομία και θεσμικές αγκυλώσεις

Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον η εξόρυξη συνδέεται άμεσα με την έννοια της στρατηγικής αυτονομίας. Οι διακοπές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και η ενεργειακή ανασφάλεια επαναφέρουν στο προσκήνιο την ανάγκη ύπαρξης εγχώριας παραγωγής, τόσο σε επίπεδο ενέργειας όσο και σε επίπεδο πρώτων υλών.

Ωστόσο, όπως υπογράμμισαν τόσο ο ΣΕΒ όσο και ο ΣΜΕ, η Ελλάδα εξακολουθεί να κουβαλά βαριές θεσμικές αγκυλώσεις. Το χωροταξικό πλαίσιο, η αδειοδοτική γραφειοκρατία, η ασάφεια των κανόνων και οι καθυστερήσεις στη διαμόρφωση σύγχρονου μεταλλευτικού κώδικα λειτουργούν αποτρεπτικά για μεγάλες επενδύσεις. Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη ύπαρξης ξεκάθαρων κανόνων για το «πού επιτρέπεται τι», επισημαίνοντας ότι η ασάφεια αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας.

Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην κοινωνική διάσταση της βιομηχανίας και της εξόρυξης. Για δεκαετίες, σημαντικό μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας αντιμετωπίστηκε σχεδόν ενοχικά, την ώρα που άλλοι κλάδοι κατάφεραν να οικοδομήσουν πολύ ισχυρότερη κοινωνική αποδοχή. Η βιομηχανία, όμως, παραμένει ένας από τους λίγους τομείς που μπορούν να δημιουργήσουν σταθερές, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και να στηρίξουν υψηλότερη παραγωγικότητα.

Η συζήτηση που έχει ανοίξει πλέον στην Ευρώπη δεν αφορά μόνο το κόστος της ενέργειας ή την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αφορά το κατά πόσο η ήπειρος μπορεί να διατηρήσει παραγωγική βάση, βιομηχανική ισχύ και στρατηγική αυτονομία σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο ασταθής και ανταγωνιστικός. Και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η ενέργεια, τα ορυκτά και η βιομηχανία επιστρέφουν δυναμικά στο επίκεντρο.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας