Μενού Ροή
ενέργεια
Marco Rastelli (Siemens Italy) στο energymag: Ελλάδα και Ιταλία μπροστά στο «crash test» των ηλεκτρικών δικτύων

Για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα ηλεκτρικά δίκτυα σε Ελλάδα και Ιταλία, μιλά σε συνέντευξή του στο energymag, o Marco Rastelli, Head of Electrification & Automation Smart Infrastructure της Siemens Italy.

Συγκρίνοντας τις δύο χώρες, επισημαίνει ομοιότητες και διαφορές στο ενεργειακό τοπίο, τονίζοντας ότι μοιράζονται ίδιους φιλόδοξους στόχους, αλλά βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης.

Όπως αναφέρει, η Ιταλία εμφανίζεται πιο προχωρημένη στην εφαρμογή προηγμένων ψηφιακών λύσεων διαχείρισης δικτύων, ενώ η Ελλάδα αυξάνει ταχύτατα την ανανεώσιμη παραγωγή της και καλείται να διασφαλίσει ότι το δίκτυό της θα μπορέσει να ακολουθήσει αυτόν τον ρυθμό. Περαιτέρω, υπογραμμίζει την ανάγκη για επενδύσεις σε δίκτυα μεταφοράς και διανομής, αποθήκευση ενέργειας, μηχανισμούς ευελιξίας, κυβερνοασφάλεια και προηγμένα συστήματα λογισμικού.

Παράλληλα, αναδεικνύει τον διπλό ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης, αφενός ως παράγοντα αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των data centers και αφετέρου ως κρίσιμο εργαλείο βελτιστοποίησης των ίδιων των ενεργειακών συστημάτων.

Marco.Rastelli.

1. Ως στέλεχος με βαθιά εμπειρία στο ιταλικό ενεργειακό σύστημα, πώς θα συγκρίνατε τη σημερινή κατάσταση των ηλεκτρικών δικτύων στην Ελλάδα και την Ιταλία; Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι βασικές ομοιότητες και διαφορές όσον αφορά την ανάπτυξη των δικτύων, την ανθεκτικότητα και την ετοιμότητα υποστήριξης της ενεργειακής μετάβασης;

Τόσο η Ιταλία όσο και η Ελλάδα είναι μεσογειακές χώρες με φιλόδοξους στόχους στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ισχυρή δέσμευση για απανθρακοποίηση. Αυτό το κοινό όραμα αποτελεί μια θεμελιώδη ομοιότητα στα ενεργειακά μας τοπία. Και οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν την πρόκληση της ενσωμάτωσης ενός ταχέως αυξανόμενου μεριδίου διαλειπουσών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως η ηλιακή και η αιολική, στα ηλεκτρικά τους δίκτυα, διατηρώντας παράλληλα τη σταθερότητα και την αξιοπιστία του συστήματος. Σε ολόκληρο τον ενεργειακό τομέα παρατηρούμε μια ισχυρή συναίνεση ότι η ανθεκτικότητα του ενεργειακού εφοδιασμού έχει πλέον αναδειχθεί σε κορυφαία προτεραιότητα πολιτικής, κάτι που αντανακλάται έντονα και στις δύο χώρες.

Υπάρχουν, ωστόσο, και σημαντικές διαφορές στις προσεγγίσεις και στο στάδιο ανάπτυξης στο οποίο βρίσκεται κάθε χώρα. Η Ιταλία, με πιο ώριμη βιομηχανική βάση και μακρύτερη ιστορία ανάπτυξης ενεργειακών υποδομών, επενδύει εδώ και καιρό σε τεχνολογίες έξυπνων δικτύων και ψηφιοποίησης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έργο με την AcegasApsAmga στην Τεργέστη, όπου το λογισμικό Gridscale X της Siemens αξιοποιείται για τη δημιουργία ενός ψηφιακού διδύμου του δικτύου της πόλης. Αυτό επιτρέπει επίγνωση της κατάστασης σε πραγματικό χρόνο, βελτιστοποιημένη λειτουργία και προληπτική διαχείριση της συμφόρησης που προκαλείται από κατανεμημένους ενεργειακούς πόρους. Αυτού του είδους η προηγμένη ψηφιακή ενσωμάτωση είναι κρίσιμη για τη μέγιστη αξιοποίηση και την ανθεκτικότητα του δικτύου.

Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, βιώνει μια πολύ ταχύτερη επιτάχυνση στην ανάπτυξη ισχύος από ανανεώσιμες πηγές, ιδιαίτερα στον τομέα της ηλιακής ενέργειας. Αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και προκλήσεις. Αν και η δέσμευση στις ΑΠΕ είναι αξιέπαινη, οι υποδομές του δικτύου πρέπει να εξελιχθούν με εξίσου γρήγορους ρυθμούς ώστε να μπορέσουν να υποστηρίξουν αυτή τη νέα παραγωγική δυναμική. Στην Ελλάδα, η έμφαση δίνεται συχνά στην ενίσχυση των γραμμών μεταφοράς και της διασυνδεσιμότητας, καθώς και στην ανάπτυξη ισχυρών λύσεων αποθήκευσης ενέργειας για την εξισορρόπηση του συστήματος.

Σε ό,τι αφορά την ανθεκτικότητα, και οι δύο χώρες είναι ευάλωτες στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένων των ακραίων καιρικών φαινομένων. Αυτό καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την υιοθέτηση συστημάτων υποστήριξης αποφάσεων με δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης και αυτόνομων δικτύων. Οι τεχνολογίες αυτές μπορούν να βοηθήσουν στην πρόβλεψη και αντιμετώπιση διακυμάνσεων της ζήτησης, βλαβών εξοπλισμού και ακραίων καιρικών φαινομένων σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας ταχύτερες και πιο έξυπνες αποφάσεις.

Τελικά, και οι δύο χώρες αναγνωρίζουν ότι ο εξηλεκτρισμός προσφέρει στη βιομηχανία μια βιώσιμη διαδρομή προς την απανθρακοποίηση, η οποία λειτουργεί αποτελεσματικότερα όταν συνδυάζεται με την ευφυΐα και την ευελιξία των ψηφιοποιημένων συστημάτων. Η ετοιμότητα για τη στήριξη της ενεργειακής μετάβασης είναι υψηλή και στις δύο χώρες, ωστόσο η Ιταλία ίσως βρίσκεται ελαφρώς μπροστά στην πρακτική εφαρμογή προηγμένων ψηφιακών λύσεων διαχείρισης δικτύων, ενώ η Ελλάδα αναπτύσσει με ταχύτητα τη δυναμικότητα ανανεώσιμης παραγωγής και πλέον χρειάζεται να διασφαλίσει ότι το δίκτυό της θα μπορέσει να ακολουθήσει αυτόν τον ρυθμό.

2. Εστιάζοντας ειδικά στην Ελλάδα, πώς αξιολογείτε τη σημερινή ανάπτυξη των ηλεκτρικών δικτύων της χώρας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της ταχείας αύξησης της ισχύος από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι βασικές προτεραιότητες ή επενδύσεις που απαιτούνται τα επόμενα χρόνια ώστε το δίκτυο να μπορέσει να υποστηρίξει την ενεργειακή μετάβαση και να διατηρήσει τη σταθερότητα του συστήματος;

Η δέσμευση της Ελλάδας στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι πραγματικά εντυπωσιακή και η ταχεία ανάπτυξη της δυναμικότητας ΑΠΕ αποτελεί απόδειξη της αφοσίωσής της στην ενεργειακή μετάβαση. Ωστόσο, αυτή η ταχεία ενσωμάτωση ασκεί σημαντικές πιέσεις στα υφιστάμενα ηλεκτρικά δίκτυα. Καθώς αυξάνεται το μερίδιο των ΑΠΕ, η διατήρηση της ανθεκτικότητας του δικτύου καθίσταται απολύτως επιτακτική.

Από τη δική μου οπτική, η σημερινή εξέλιξη στην Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Παρότι υπάρχει ισχυρή ώθηση για νέα έργα ανανεώσιμης παραγωγής, οι υποδομές του δικτύου χρειάζονται σημαντικές αναβαθμίσεις και εκσυγχρονισμό ώστε να διαχειριστούν αποτελεσματικά τη διαλείπουσα φύση αυτών των πηγών. Η πρόκληση έγκειται στη μετατροπή ενός παραδοσιακά κεντρικοποιημένου δικτύου σε ένα πιο αποκεντρωμένο, ευέλικτο και «έξυπνο» σύστημα.

Για να μπορέσει το δίκτυο να υποστηρίξει την ενεργειακή μετάβαση της χώρας και να διατηρήσει τη σταθερότητα του συστήματος, οι βασικές προτεραιότητες και επενδύσεις τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να επικεντρωθούν σε αρκετούς αλληλένδετους τομείς.

Πρώτον, ο εκσυγχρονισμός και η επέκταση των δικτύων είναι κρίσιμης σημασίας. Αυτό περιλαμβάνει την ενίσχυση και επέκταση των δικτύων μεταφοράς και διανομής, ιδιαίτερα σε περιοχές με υψηλό δυναμικό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τέτοιες επενδύσεις θα περιορίσουν τα σημεία συμφόρησης και θα διασφαλίσουν ότι η παραγόμενη «πράσινη» ενέργεια θα μπορεί να φτάνει αποτελεσματικά στα κέντρα κατανάλωσης.

Δεύτερον, η ψηφιοποίηση του δικτύου είναι υψίστης σημασίας. Τα συμπεράσματα από ολόκληρο τον κλάδο υπογραμμίζουν σταθερά ότι η ψηφιοποίηση, η ενοποίηση δεδομένων και η τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν κρίσιμους επιταχυντές της ενεργειακής μετάβασης. Η Ελλάδα χρειάζεται να επενδύσει σημαντικά σε τεχνολογίες έξυπνων δικτύων, όπως προηγμένες υποδομές μέτρησης, συστήματα SCADA και εξελιγμένο λογισμικό διαχείρισης δικτύου. Αυτό θα προσφέρει την απαραίτητη ορατότητα, ιδιαίτερα στα δίκτυα χαμηλής τάσης, τα οποία συχνά δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις διαχείρισης. Το λογισμικό Grid Software της Siemens, για παράδειγμα, έχει σχεδιαστεί ώστε να λειτουργεί ως το «νευρικό σύστημα» ολόκληρου του ενεργειακού δικτύου, βοηθώντας στη διαχείριση της πολυπλοκότητας και στη μέγιστη αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών.

Τρίτον, οι λύσεις αποθήκευσης ενέργειας είναι απολύτως απαραίτητες. Η αποθήκευση μεγάλης κλίμακας με μπαταρίες, η αντλησιοταμίευση και άλλες καινοτόμες τεχνολογίες αποθήκευσης είναι ζωτικής σημασίας για την εξισορρόπηση των διακυμάνσεων που χαρακτηρίζουν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι λύσεις αυτές μπορούν να αποθηκεύουν πλεονάζουσα ενέργεια σε περιόδους υψηλής παραγωγής και να την αποδίδουν όταν η ζήτηση είναι αυξημένη ή η παραγωγή από ΑΠΕ χαμηλή, ενισχύοντας σημαντικά τη σταθερότητα και την αξιοπιστία του συστήματος.

Τέταρτον, η ανάπτυξη μηχανισμών και αγορών ευελιξίας θα επιτρέψει στους διαχειριστές δικτύων να προμηθεύονται υπηρεσίες από κατανεμημένους ενεργειακούς πόρους, όπως η απόκριση ζήτησης από βιομηχανικούς καταναλωτές ή οι ρυθμίσεις στη φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων. Αυτή η προσέγγιση υπερβαίνει τη λογική της απλής δημιουργίας περισσότερης δυναμικότητας και επικεντρώνεται στη βελτιστοποίηση της χρήσης των υφιστάμενων υποδομών. Οι μηχανισμοί που βασίζονται στην αγορά επιτρέπουν στους διαχειριστές να αντλούν υπηρεσίες ευελιξίας σε πραγματικό χρόνο από κατανεμημένους πόρους, δημιουργώντας ένα πιο ευέλικτο και άμεσα ανταποκρινόμενο σύστημα.

Τέλος, καθώς το δίκτυο γίνεται ολοένα και πιο ψηφιοποιημένο και διασυνδεδεμένο, η κυβερνοασφάλεια αναδεικνύεται σε ακόμη πιο κρίσιμο ζήτημα. Ισχυρές επενδύσεις σε μέτρα κυβερνοασφάλειας είναι απαραίτητες για την προστασία αυτής της ζωτικής υποδομής από πιθανές απειλές. Παράλληλα, απαιτούνται υποστηρικτικά πολιτικά και ρυθμιστικά πλαίσια ώστε να ενθαρρύνουν αυτές τις επενδύσεις και να προωθήσουν την καινοτομία, αντιμετωπίζοντας τυχόν κανονιστικά εμπόδια που ενδέχεται να ευνοούν παραδοσιακές υποδομές εις βάρος προηγμένων λύσεων που βασίζονται στο λογισμικό.

Δίνοντας προτεραιότητα σε αυτούς τους τομείς, η Ελλάδα μπορεί να διασφαλίσει ότι τα ηλεκτρικά της δίκτυα θα είναι όχι μόνο ικανά να υποστηρίξουν τους φιλόδοξους στόχους της ενεργειακής μετάβασης, αλλά και να διατηρήσουν μια σταθερή, ανθεκτική και αποδοτική παροχή ηλεκτρικής ενέργειας για πολίτες και βιομηχανία.

3. Καθώς τα ηλεκτρικά συστήματα γίνονται ολοένα και πιο σύνθετα λόγω της ταχείας ενσωμάτωσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ψηφιοποίηση και οι τεχνολογίες έξυπνων δικτύων αποκτούν αυξανόμενη σημασία. Πώς βλέπετε τον ρόλο των ψηφιακών λύσεων, των δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης στη βελτίωση της αποδοτικότητας, της ευελιξίας και της ανθεκτικότητας των ηλεκτρικών δικτύων τα επόμενα χρόνια;

Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των ηλεκτρικών συστημάτων, που τροφοδοτείται από την ταχεία ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τα μεταβαλλόμενα πρότυπα ζήτησης, καθιστά την ψηφιοποίηση και τις τεχνολογίες έξυπνων δικτύων όχι απλώς σημαντικές, αλλά απολύτως απαραίτητες. Στη Siemens πιστεύουμε ακράδαντα ότι οι ψηφιακές λύσεις, τα δεδομένα και η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) αποτελούν τους θεμελιώδεις πυλώνες πάνω στους οποίους θα οικοδομηθούν τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας του μέλλοντος. Οι παρατηρήσεις μας σε ολόκληρο τον παγκόσμιο ενεργειακό τομέα δείχνουν σταθερά ότι η ψηφιοποίηση αναδιαμορφώνει με ταχύτητα τις ενεργειακές υποδομές, με ισχυρή δυναμική τόσο στη βιομηχανία όσο και στις κυβερνήσεις. Η συντριπτική πλειονότητα των επαγγελματιών του ενεργειακού τομέα συμφωνεί ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες —και ιδιαίτερα η τεχνητή νοημοσύνη, το λογισμικό δικτύων και οι έξυπνοι μετρητές— είναι απαραίτητες για την υλοποίηση της ενεργειακής μετάβασης.

Ο μετασχηματιστικός ρόλος αυτών των τεχνολογιών αποτυπώνεται σε τρεις βασικούς τομείς:

Πρώτον, στην ενίσχυση της αποδοτικότητας. Οι ψηφιακές λύσεις προσφέρουν πρωτοφανή ορατότητα στο δίκτυο, από την παραγωγή έως την κατανάλωση. Οι έξυπνοι μετρητές, για παράδειγμα, παράγουν αναλυτικά δεδομένα, τα οποία, όταν αξιοποιούνται κατάλληλα, μπορούν να βελτιστοποιήσουν τη ροή ενέργειας, να περιορίσουν τις απώλειες και να εντοπίσουν πεδία βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας. Η Μονάδα Electrification and Automation της εταιρείας μας διαθέτει ένα ολοκληρωμένο χαρτοφυλάκιο ψηφιακών εργαλείων, συμπεριλαμβανομένου λογισμικού ενεργειακής διαχείρισης και προηγμένων συστημάτων ελέγχου, που επιτρέπουν σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και βιομηχανίες να παρακολουθούν και να διαχειρίζονται με ακρίβεια την κατανάλωση και την παραγωγή ενέργειας. Αυτό επιτρέπει μια προληπτική, αντί για αντιδραστική, προσέγγιση, οδηγώντας σε σημαντική εξοικονόμηση λειτουργικού κόστους και σε ένα πιο βελτιστοποιημένο σύστημα.

Δεύτερον, στην απελευθέρωση της ευελιξίας. Το δίκτυο του μέλλοντος πρέπει να είναι εγγενώς ευέλικτο ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στη μεταβλητότητα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η ψηφιοποίηση αποτελεί το «κλειδί» για την επίτευξη αυτού του στόχου. Οι ψηφιακές πλατφόρμες επιτρέπουν επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο μεταξύ διαχειριστών δικτύων και καταναλωτών, διευκολύνοντας προγράμματα απόκρισης ζήτησης, μέσω των οποίων η κατανάλωση ενέργειας μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με τις συνθήκες του δικτύου. Έτσι, οι καταναλωτές μετατρέπονται από παθητικοί αποδέκτες σε ενεργούς συμμετέχοντες, συμβάλλοντας στην εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης.

Παράλληλα, καθώς αυξάνονται τα φωτοβολταϊκά στις στέγες και η φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων στις κατοικίες, η διαχείριση των κατανεμημένων ενεργειακών πόρων (DERs) καθίσταται κρίσιμης σημασίας. Οι ψηφιακές λύσεις και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να συγκεντρώνουν και να βελτιστοποιούν αυτούς τους πόρους, μετατρέποντάς τους ουσιαστικά σε εικονικούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας που συμβάλλουν στη σταθερότητα του δικτύου. Λύσεις όπως το Gridscale X της Siemens προσφέρουν την απαραίτητη ευφυΐα για τη διαχείριση της αυξανόμενης συμφόρησης και τη μέγιστη αξιοποίηση του δικτύου. Το συγκεκριμένο λογισμικό, το οποίο συχνά βασίζεται σε ψηφιακά δίδυμα, επιτρέπει ανάλυση και βελτιστοποίηση σε πραγματικό χρόνο, διακρίνοντας ποια τμήματα του δικτύου απαιτούν φυσικές αναβαθμίσεις και ποια μπορούν να βελτιστοποιηθούν μέσω ευέλικτων λύσεων.

Τέλος, στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Ένα ανθεκτικό δίκτυο μπορεί να αντέξει και να ανακάμψει γρήγορα από διαταραχές, είτε πρόκειται για ακραία καιρικά φαινόμενα, κυβερνοεπιθέσεις ή βλάβες εξοπλισμού. Οι ψηφιακές λύσεις και η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζουν τα δεδομένα σε αυτόν τον τομέα. Μέσω της ανάλυσης δεδομένων από αισθητήρες και λειτουργικά συστήματα, η AI μπορεί να προβλέψει πιθανές βλάβες εξοπλισμού πριν αυτές συμβούν, επιτρέποντας προληπτική συντήρηση και αποτρέποντας δαπανηρές διακοπές λειτουργίας.

Το προηγμένο λογισμικό δικτύου, σε συνδυασμό με την AI, μπορεί να επιτρέψει τη δημιουργία αυτόνομων δικτύων που εντοπίζουν βλάβες, απομονώνουν τα επηρεαζόμενα τμήματα και επαναδρομολογούν αυτόματα την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, περιορίζοντας τον χρόνο διακοπής και τις επιπτώσεις στους καταναλωτές. Όπως έχουν επισημάνει οι ειδικοί μας στις Smart Infrastructure λύσεις, με την AI και την ψηφιοποίηση μπορούμε να δημιουργήσουμε αυτόνομα «αυτοθεραπευόμενα» δίκτυα, τα οποία αναδιαμορφώνονται σε πραγματικό χρόνο, διαχειρίζονται την αποθήκευση και βελτιστοποιούν την αξία των behind-the-meter πόρων.

Επιπλέον, τα ψηφιακά δίδυμα οι εικονικές αναπαραστάσεις του φυσικού δικτύου— παρέχουν στους διαχειριστές μια ολοκληρωμένη εικόνα του συνόλου του συστήματος σε πραγματικό χρόνο. Αυτό επιτρέπει ταχύτερη και πιο τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων κατά τη διάρκεια κρίσιμων συμβάντων.

Στη Siemens, η Μονάδα Electrification and Automation βρίσκεται στην πρώτη γραμμή ανάπτυξης και υλοποίησης αυτών των τεχνολογιών. Προσφέρουμε ένα ολιστικό χαρτοφυλάκιο λύσεων που περιλαμβάνει από εξοπλισμό έξυπνων δικτύων και συστήματα ενεργειακού αυτοματισμού έως προηγμένο λογισμικό δικτύου και αναλύσεις βασισμένες στην τεχνητή νοημοσύνη. Στόχος μας είναι να βοηθήσουμε τους πελάτες μας να διαχειριστούν τις προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης, διασφαλίζοντας ένα μέλλον όχι μόνο βιώσιμο, αλλά και αποδοτικό, ευέλικτο και εξαιρετικά ανθεκτικό.

4. Η ταχεία εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης δημιουργεί νέες απαιτήσεις για τις ενεργειακές υποδομές, ιδιαίτερα λόγω της εξάπλωσης των data centers. Από τη δική σας οπτική, πώς βλέπετε τη συσχέτιση ανάμεσα στην ανάπτυξη του AI και την αυξανόμενη ζήτηση για εξηλεκτρισμό σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα και ποιος είναι ο ρόλος των ισχυρών υποδομών και των ψηφιακών δικτύων στην υποστήριξη της μελλοντικής ανάπτυξης της AI στην περιοχή μας;

Η ταχεία εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και η εξάπλωση των data centers που αυτή πυροδοτεί αποτελούν σημαντικό παράγοντα αύξησης της ζήτησης για εξηλεκτρισμό. Αυτό δημιουργεί μια κρίσιμη συσχέτιση μεταξύ της ανάπτυξης της AI και των ενεργειακών υποδομών, με ιδιαίτερες επιπτώσεις για χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα.

Η AI, στον πυρήνα της, βασίζεται στην υπολογιστική ισχύ και η υπολογιστική ισχύς απαιτεί ηλεκτρική ενέργεια. Καθώς τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης γίνονται ολοένα και πιο σύνθετα και η μηχανική μάθηση διεισδύει σε περισσότερους κλάδους, το ενεργειακό αποτύπωμα αυτών των τεχνολογιών διευρύνεται. Αυτό δημιουργεί μια διττή πρόκληση αλλά και ευκαιρία για τον ενεργειακό τομέα: πρέπει να παρέχουμε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες αξιόπιστης και καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα να αξιοποιούμε την ίδια την AI για να βελτιστοποιήσουμε τα ενεργειακά συστήματα που τη στηρίζουν.

Για την Ιταλία, με την ισχυρή βιομηχανική της βάση και την αναπτυσσόμενη ψηφιακή οικονομία, η ζήτηση για data centers και ο αντίστοιχος εξηλεκτρισμός αποτελούν σημαντικό παράγοντα σχεδιασμού. Παρατηρούμε αυξημένο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη βιώσιμων λύσεων data centers που ενσωματώνουν τοπικές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και προηγμένα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης. Έργα όπως αυτό με την AcegasApsAmga στην Τεργέστη, που περιλαμβάνει την ψηφιοποίηση του δικτύου της πόλης, αποδεικνύουν την προληπτική προσέγγιση της Ιταλίας στη διαχείριση αυτών των νέων, συγκεντρωμένων ενεργειακών απαιτήσεων. Η δική μας εστίαση στην Ιταλία είναι να διασφαλίσουμε ότι αυτή η ανάπτυξη θα υποστηριχθεί από έξυπνες, αποδοτικές και βιώσιμες ενεργειακές λύσεις.

Στην Ελλάδα, καθώς αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς η εγκατεστημένη ισχύς από ανανεώσιμες πηγές, δημιουργείται μια σημαντική ευκαιρία για τη σύνδεση νέων επενδύσεων σε data centers με καθαρές πηγές ενέργειας. Η πρόκληση θα είναι να διασφαλιστεί ότι οι υποδομές του δικτύου μπορούν όχι μόνο να απορροφήσουν τη συνεχώς αυξανόμενη παραγωγή από ΑΠΕ, αλλά και να παρέχουν αξιόπιστα ενέργεια σε αυτά τα νέα, υψηλής ζήτησης φορτία. Αυτό απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό και επενδύσεις τόσο στα δίκτυα μεταφοράς όσο και στα δίκτυα διανομής, σε συνδυασμό με προηγμένη ψηφιακή διαχείριση δικτύου.

Οι ισχυρές υποδομές και τα ψηφιακά δίκτυα είναι επομένως απολύτως απαραίτητα για να καταστεί δυνατή η μελλοντική ανάπτυξη της AI στην περιοχή μας.

Πρώτον, ο αξιόπιστος και επεκτάσιμος εξηλεκτρισμός αποτελεί τη βάση των πάντων. Τα data centers απαιτούν αδιάλειπτη παροχή ενέργειας και, καθώς οι ενεργειακές τους ανάγκες αυξάνονται, το υφιστάμενο δίκτυο πρέπει να μπορεί να καλύψει αυτή τη ζήτηση χωρίς να διακυβεύεται η σταθερότητα του συστήματος. Αυτό σημαίνει σημαντικές επενδύσεις σε νέα παραγωγική ισχύ —ιδανικά από ανανεώσιμες πηγές— καθώς και στις υποδομές μεταφοράς που απαιτούνται για την αποδοτική διανομή της ενέργειας.

Δεύτερον, τα ψηφιακά δίκτυα αποτελούν το «νευρικό σύστημα» των ενεργειακών αναγκών της AI. Οι υπολογιστικές απαιτήσεις της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι σταθερές· μεταβάλλονται διαρκώς. Ένα πραγματικά «έξυπνο» δίκτυο, βασισμένο σε ψηφιακές λύσεις, ανάλυση δεδομένων και την ίδια την AI, μπορεί να διαχειρίζεται δυναμικά αυτά τα φορτία. Το προηγμένο λογισμικό δικτύου μπορεί να προβλέπει την κατανάλωση ενέργειας των data centers, να βελτιστοποιεί την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και ακόμη να ενσωματώνει τοπική παραγωγή από ΑΠΕ και λύσεις αποθήκευσης απευθείας στις εγκαταστάσεις των data centers. Έτσι δημιουργούνται “smart campuses”, πιο ενεργειακά αυτόνομα και ανθεκτικά — ένα μοντέλο που προωθούμε ενεργά.

Τρίτον, η AI για το δίκτυο επιτρέπει την AI για όλα τα υπόλοιπα. Δημιουργείται έτσι ένας ενάρετος κύκλος. Οι ίδιες τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης που αυξάνουν τη ζήτηση ενέργειας μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να καταστήσουν τα ενεργειακά μας συστήματα πιο αποδοτικά, ευέλικτα και ανθεκτικά. Η AI μπορεί να βελτιστοποιήσει τη λειτουργία των δικτύων, να προβλέψει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη ζήτηση και την προσφορά ενέργειας, να διαχειριστεί κατανεμημένους ενεργειακούς πόρους και να επιτρέψει προγνωστική συντήρηση κρίσιμων στοιχείων του δικτύου. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ότι οι ενεργειακές υποδομές θα μπορούν να συμβαδίσουν με την ανάπτυξη της AI, αποτρέποντας σημεία συμφόρησης και διασφαλίζοντας μια βιώσιμη πορεία τεχνολογικής εξέλιξης τόσο για την Ιταλία όσο και για την Ελλάδα.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Διαβάστε ακόμη

Άρθρα κατηγορίας