Μέτρα προσωρινά και στοχευμένα προτάσσει το Eurogroup, όπως τόνισε ο πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, μετά τη συνεδρίαση των υπουργών οικονομικών της ευρωζώνης μέσω τηλεδιάσκεψης.
Ειδικότερα, ο κ. Πιερρακάκης δήλωσε μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup: «Θα έπρεπε να βρισκόμαστε σήμερα στη Λευκωσία, αλλά οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή οδήγησαν στο να πραγματοποιηθεί αυτή η συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης. Εκφράζουμε την αλληλεγγύη και τη στήριξή μας προς τον κυπριακό λαό και την κυπριακή κυβέρνηση και προσβλέπουμε να βρεθούμε εκεί πολύ σύντομα. Το πρώτο θέμα που συζητήθηκε στο Eurogroup ήταν η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και ο οικονομικός της αντίκτυπος στην Ευρώπη. Πρόκειται για μια ανησυχητική κρίση που επηρεάζει την ενέργεια, το εμπόριο, τις τιμές και συνολικά τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Για εμάς, αυτό σημαίνει αυξημένη επαγρύπνηση, συντονισμό και ετοιμότητα να στηρίξουμε τις κοινωνίες μας.
Στη σημερινή συζήτηση συμμετείχε επίσης ο Δρ. Φατίχ Μπορίλ, Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, ο οποίος μας ενημέρωσε για τις πρόσφατες εξελίξεις και τις προοπτικές στις αγορές ενέργειας. Έναν μήνα μετά την έναρξη της σύγκρουσης, οι επιπτώσεις της αρχίζουν ήδη να περνούν στην πραγματική οικονομία. Οι επιχειρήσεις το διαπιστώνουν στο λειτουργικό τους κόστος και τα νοικοκυριά στους λογαριασμούς ενέργειας. Αυτό δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις και σημαντικούς κινδύνους χαμηλότερης ανάπτυξης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το βασικό ζήτημα είναι η διάρκεια και η ένταση της κρίσης, καθώς αυτές θα καθορίσουν το μέγεθος του οικονομικού αντίκτυπου. Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή. Η Ευρώπη πρέπει να παραμείνει σε εγρήγορση και έτοιμη να ανταποκριθεί όπου χρειάζεται. Η κοινή μας ελπίδα είναι η αποκλιμάκωση και η αποφυγή σοβαρών και διαρκών διαταραχών στις ενεργειακές υποδομές και στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Η κατεύθυνση για το πώς πρέπει να αντιδράσουμε έχει ήδη καθοριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 19ης Μαρτίου, και σήμερα συνεχίσαμε αυτή τη συζήτηση στο Eurogroup, με στόχο τη διαμόρφωση των κατάλληλων πολιτικών για τη στήριξη πολιτών και επιχειρήσεων. Η Ευρώπη σήμερα είναι καλύτερα προετοιμασμένη από ό,τι το 2022, κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση. Έχει μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση, έχει ενισχύσει τις ενεργειακές υποδομές της, έχει διαφοροποιήσει τις πηγές ενέργειας και, κυρίως, έχει αποκτήσει εμπειρία στη διαχείριση τέτοιων κρίσεων. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε πλέον να ανταποκριθούμε ταχύτερα, πιο συντονισμένα και πιο αποτελεσματικά.
Ταυτόχρονα, πρέπει να ενεργούμε με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, παραμένοντας συνεπείς με τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει. Διότι τελικά αυτό είναι που μας επιτρέπει να στηρίζουμε τους πολίτες μας σε δύσκολες στιγμές. Η υγιής δημοσιονομική διαχείριση δίνει σε μια χώρα τη δυνατότητα να προστατεύει την κοινωνία και να επενδύει στο μέλλον της. Είναι αυτό που καθιστά μια οικονομία πιο ανθεκτική απέναντι στις κρίσεις. Οι επιλογές μας πρέπει να αντανακλούν ισορροπία και υπευθυνότητα. Τα μέτρα που λαμβάνονται σε αυτή την περίοδο πρέπει να είναι στοχευμένα, δίκαια και αποτελεσματικά, με προτεραιότητα στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Πρέπει να εφαρμόζονται γρήγορα, αλλά και να παραμένουν προσωρινά, ώστε να αντιμετωπιστεί η κρίση χωρίς να δημιουργηθούν στο μέλλον νέα, μεγαλύτερα προβλήματα. Παράλληλα, δεν πρέπει να χάνουμε από το οπτικό μας πεδίο τη συνολική εικόνα. Η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης και η ενεργειακή της ανεξαρτησία αποτελούν στρατηγικούς στόχους, και καμία βραχυπρόθεσμη κρίση δεν πρέπει να μας απομακρύνει από αυτούς. Αντιθέτως, αυτή η κρίση αναδεικνύει τη σημασία της περαιτέρω επένδυσης στην καθαρή ενέργεια, στις υποδομές και στην ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης. Το Eurogroup διαδραματίζει και θα συνεχίσει να διαδραματίζει βασικό ρόλο στον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών προς αυτή την κατεύθυνση.
Η Ευρώπη καλείται να διαδραματίσει έναν διττό ρόλο: να προστατεύσει τους πολίτες σήμερα και να οικοδομήσει μια πιο ανθεκτική και ανταγωνιστική οικονομία για το αύριο. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα βασικό εργαλείο ανάπτυξης είναι η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Πρόκειται για το μέσο με το οποίο η Ευρώπη μπορεί να διοχετεύσει τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις σε επενδύσεις εντός της ευρωπαϊκής οικονομίας, να χρηματοδοτήσει επιχειρήσεις, την καινοτομία, την πράσινη μετάβαση και τελικά να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της. Ενημερωθήκαμε από τους υπουργούς Οικονομικών των έξι μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ η Κυπριακή Προεδρία παρουσίασε την πρόοδο των νομοθετικών εργασιών για την ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής εποπτείας.
Υπάρχει υψηλό επίπεδο δέσμευσης και συμμετοχής για την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, και αυτό αποτελεί θετικό μήνυμα για την ευρωπαϊκή οικονομία και τις επενδύσεις τα επόμενα χρόνια.
Ολοκληρώσαμε τη συνεδρίασή μας συζητώντας τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις ενόψει των συνεδριάσεων του ΔΝΤ και της G7. Ζούμε σε μια περίοδο βαθιών αλλαγών στην παγκόσμια οικονομία, με γεωπολιτικές εντάσεις, μεταβολές στο εμπόριο, στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και στις παγκόσμιες οικονομικές ισορροπίες. Είναι σαφές ότι, σε έναν κόσμο που αλλάζει, η ευθύνη για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας δεν μπορεί να βαραίνει μία μόνο περιοχή. Απαιτείται προσαρμογή και υπευθυνότητα από όλες τις μεγάλες οικονομίες. Η Ευρώπη είναι παρούσα. Και όσο ο κόσμος γίνεται πιο ασταθής, τόσο η Ευρώπη πρέπει να γίνεται πιο ισχυρή. Αυτός είναι ο στόχος των συζητήσεων και του συντονισμού μας στο Eurogroup».
Φρένο στη δημοσιονομική χαλάρωση
Στο μεταξύ , στο έγγραφο της Κομισιόν που δημοσιεύτηκε με αφορμή το σημερινό έκτακτο Eurogroup, σημειώνεται:
Η ενεργοποίηση της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής ή των εθνικών ρητρών διαφυγής δεν θεωρείται ενδεδειγμένη στο παρόν στάδιο. Κατόπιν σύστασης της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει σύσταση για την ενεργοποίηση της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής (GEC) του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, επιτρέποντας στα κράτη-μέλη να παρεκκλίνουν από την πορεία των καθαρών δαπανών τους. Ωστόσο, η ενεργοποίηση της GEC επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση σοβαρής οικονομικής ύφεσης στη ζώνη του ευρώ ή στο σύνολο της ΕΕ.
Αν και οι κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές της Ένωσης έχουν αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες εβδομάδες, δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση έχει εκπληρωθεί ή ότι θα εκπληρωθεί άμεσα.
Παράλληλα, η Εθνική Ρήτρα Διαφυγής (NEC) έχει ήδη ενεργοποιηθεί για ορισμένα κράτη-μέλη σε σχέση με τις αμυντικές δαπάνες. Η ενεργοποίηση τόσο της GEC όσο και της NEC τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα (η λεγόμενη «ρήτρα βιωσιμότητας»).
Η Επιτροπή οφείλει να αξιολογήσει αυτή την προϋπόθεση πριν εισηγηθεί την ενεργοποίηση των ρητρών.
Σε σχετικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της, η Επιτροπή έχει δείξει ότι η ενεργοποίηση της NEC για την άμυνα θα οδηγήσει σε αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους σε πολλά κράτη-μέλη και θα καθυστερήσει τη μείωση του χρέους σε χώρες με ήδη υψηλό δημόσιο χρέος για αρκετά χρόνια.
Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης, κατά κανόνα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εφάπαξ. Για να θεωρηθεί ένα μέτρο ως εφάπαξ, πρέπει να είναι εκ φύσεως προσωρινό, δηλαδή να μην μπορεί να καταστεί μόνιμο.
Η αξιολόγηση λαμβάνει επίσης υπόψη τον βαθμό ελέγχου που ασκεί η κυβέρνηση, καθώς και τον κίνδυνο δημιουργίας ακατάλληλων κινήτρων για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ιδίως ως προς τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Όπως έχει δείξει η πρόσφατη εμπειρία, ακόμη και όταν τα μέτρα ενεργειακής στήριξης εισάγονται ως προσωρινά, συχνά παραμένουν σε ισχύ για μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμη και καθίστανται μόνιμα. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάτι που να αποτρέπει τη μονιμοποίησή τους, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εφάπαξ. Επιπλέον, σε αντίθεση με την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, οι κυβερνήσεις διαθέτουν σημαντικό βαθμό ελέγχου ως προς το μέγεθος και τον σχεδιασμό αυτών των μέτρων.
Ως εκ τούτου, η αντιμετώπιση των μέτρων ενεργειακής στήριξης ως εφάπαξ θα αποτελούσε απόκλιση από την καθιερωμένη πρακτική και ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης της έννοιας των εφάπαξ παρεμβάσεων. Για τους λόγους αυτούς, τα μέτρα ενεργειακής στήριξης που υιοθετήθηκαν ως απάντηση στην αύξηση των τιμών το 2021 δεν ταξινομήθηκαν ως εφάπαξ, ενώ η ίδια λογική εφαρμόστηκε και στα μέτρα που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.
Η παρούσα κατάσταση αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη η ΕΕ να μεταβεί σε μια εξηλεκτρισμένη οικονομία. Πρόκειται, όπως αναφέρεται για βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας. Ο εξηλεκτρισμός συνιστά μια διαρθρωτική λύση που θα μπορούσε να προστατεύσει μόνιμα την ευρωπαϊκή οικονομία από τη μεταβλητότητα των τιμών των ορυκτών καυσίμων. Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί, συνεπώς, αναγκαιότητα τόσο για την ασφάλεια εφοδιασμού όσο και για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή αυτονομία. Ωστόσο, καθώς η μετάβαση βρίσκεται σε εξέλιξη και απαιτείται σημαντική αύξηση επενδύσεων, οι επιπτώσεις της στις τιμές θα εκδηλωθούν σταδιακά και με χρονική υστέρηση. Η ανάπτυξη βασικών τεχνολογιών, όπως οι αντλίες θερμότητας και τα ηλεκτρικά οχήματα, μπορεί να επιταχυνθεί, καθώς είναι ήδη εμπορικά διαθέσιμες. Αντίθετα, άλλες κρίσιμες τεχνολογίες για ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως το υδρογόνο ή η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, απαιτούν περαιτέρω ανάπτυξη και κλιμάκωση. Κατά συνέπεια, μπορεί να εξεταστεί η παροχή στοχευμένης και προσωρινής στήριξης για την άμεση ανακούφιση ευάλωτων επιχειρήσεων και καταναλωτών, ωστόσο ο σχεδιασμός αυτών των μέτρων πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη προσοχή. Αντλώντας διδάγματα από την περίοδο 2022-2023, απαιτείται μια ισορροπημένη στρατηγική: αφενός η ενίσχυση της διαρθρωτικής μετάβασης προς ηλεκτρική ενέργεια χαμηλών εκπομπών άνθρακα και τον εξηλεκτρισμό —ιδίως στη θέρμανση (σε νοικοκυριά και βιομηχανία) και στις μεταφορές— ώστε να μειωθεί η εξάρτηση των τομέων αυτών από τα ορυκτά καύσιμα, και αφετέρου η διασφάλιση ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης είναι στοχευμένα και δημοσιονομικά βιώσιμα.
Οι αρχές
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πιθανές δημόσιες παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών ενέργειας θα πρέπει να διέπονται από τις ακόλουθες αρχές
- Κάθε μέτρο πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δημοσιονομικό κόστος: Η δημόσια στήριξη που παρέχεται από τα κράτη-μέλη για τον μετριασμό των επιπτώσεων των αυξημένων τιμών ενέργειας πρέπει να είναι συμβατή με τη δημοσιονομική τους κατάσταση και τις δεσμεύσεις στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής εποπτείας. Για τον περιορισμό του κόστους, τα μέτρα πρέπει να στοχεύουν στους πιο ευάλωτους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Υπό αυτό το πρίσμα, η ακόλουθη δέσμη μέτρων παρουσιάζει πιθανές επιλογές για την αντιμετώπιση της κρίσης, αξιολογώντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους.
Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στα λιγότερο στρεβλωτικά μέτρα, τα οποία προσφέρουν ανακούφιση χωρίς να διαταράσσουν τη λειτουργία της αγοράς. Ο συντονισμός σε επίπεδο ΕΕ είναι καθοριστικός για την αποφυγή κατακερματισμού της αγοράς και την αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας, μειώνοντας τη συνολική ανάγκη παρέμβασης.
- Μέτρα ενθάρρυνσης εξοικονόμησης ενέργειας, όπως ενημερωτικές εκστρατείες και στοχευμένα κίνητρα. Αυτά θα πρέπει να προωθούν τη χρήση δημόσιων μεταφορών, να επιταχύνουν την ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων και να ενισχύουν περαιτέρω την ενεργειακή αποδοτικότητα στη βιομηχανία. Πρόκειται για επιλογές χωρίς αρνητικές συνέπειες.
- Εισοδηματικά μέτρα. Αποτελούν προτιμητέα επιλογή, καθώς προστατεύουν την αγοραστική δύναμη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών χωρίς να στρεβλώνουν τα σήματα των τιμών στην αγορά, αν και απαιτούν ακριβή στόχευση ώστε να αποφευχθεί η αναποτελεσματική στήριξη και η υπερβολική δημοσιονομική επιβάρυνση.
- Προσαρμογή της δομής των φόρων και των επιβαρύνσεων στην ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να αντιμετωπιστούν οι υψηλές τιμές ρεύματος και να ενισχυθεί ο εξηλεκτρισμός. Το μέτρο αυτό ευθυγραμμίζεται με το σχέδιο δράσης για προσιτή ενέργεια και το πακέτο ενέργειας για τους πολίτες. Αν και μπορεί να επιταχύνει τη μετάβαση, ενέχει τον κίνδυνο μείωσης των δημοσίων εσόδων και πρέπει να εφαρμοστεί με προσοχή.
- Στοχευμένες παρεμβάσεις στις τιμές για ευάλωτους καταναλωτές και επιχειρήσεις, όπως συστήματα διπλής τιμολόγησης για ηλεκτρική ενέργεια ή φυσικό αέριο. Τα μέτρα αυτά προσφέρουν ανακούφιση διατηρώντας παράλληλα κίνητρα εξοικονόμησης, αλλά στρεβλώνουν τις τιμές και οδηγούν σε οικονομικές αναποτελεσματικότητες. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές οδηγίες, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέμβουν στην τιμολόγηση για ευάλωτα νοικοκυριά ή ενεργειακά φτωχούς καταναλωτές, ενώ η στήριξη μπορεί να επεκταθεί σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στο σύνολο των νοικοκυριών μόνο εφόσον κηρυχθεί ενεργειακή κρίση σε επίπεδο ΕΕ — κάτι που προς το παρόν δεν ισχύει. Παράλληλα, οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων επιτρέπουν προσωρινή ανακούφιση για ενεργοβόρες επιχειρήσεις και αντιστάθμιση του κόστους που σχετίζεται με τις τιμές άνθρακα.