Αυστηρότερο πλαίσιο για τις περιβαλλοντικές δηλώσεις των επιχειρήσεων εισάγει το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, με το οποίο ενσωματώνεται στην ελληνική νομοθεσία η ευρωπαϊκή Οδηγία 2024/825 για την ενδυνάμωση των καταναλωτών στην πράσινη μετάβαση.
Βασικός στόχος των νέων ρυθμίσεων είναι η αντιμετώπιση του φαινομένου του «greenwashing», δηλαδή της πρακτικής κατά την οποία προϊόντα, υπηρεσίες ή ακόμη και ολόκληρες επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως περισσότερο φιλικές προς το περιβάλλον από όσο πραγματικά είναι.
Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά θεσπίζονται σαφείς ορισμοί για τους περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς, τα σήματα βιωσιμότητας, καθώς και για πληροφορίες που αφορούν την ανθεκτικότητα, τη δυνατότητα επισκευής και τη διάρκεια ζωής των προϊόντων. Παράλληλα, διευρύνεται ο κατάλογος των εμπορικών πρακτικών που χαρακτηρίζονται παραπλανητικές.
Τα σήματα βιωσιμότητας
Στο εξής, δηλαδή. δεν θα επιτρέπεται η χρήση σημάτων βιωσιμότητας που δεν βασίζονται σε αναγνωρισμένα συστήματα πιστοποίησης ή δεν έχουν θεσπιστεί από δημόσιες αρχές. Επίσης, επιχειρήσεις δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν γενικούς χαρακτηρισμούς όπως «πράσινο», «οικολογικό», «φιλικό προς το περιβάλλον» ή «βιώσιμο», εφόσον δεν διαθέτουν επαρκή και αναγνωρισμένη τεκμηρίωση που να αποδεικνύει τους σχετικούς ισχυρισμούς.
Μεταξύ των πρακτικών που πλέον θεωρούνται παραπλανητικές περιλαμβάνεται η προβολή περιβαλλοντικών επιδόσεων για το σύνολο ενός προϊόντος ή μιας επιχείρησης, όταν στην πραγματικότητα αφορούν μόνο ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή μια επιμέρους δραστηριότητα. Στο στόχαστρο μπαίνουν επίσης οι ισχυρισμοί περί «κλιματικής ουδετερότητας» ή «μηδενικού περιβαλλοντικού αποτυπώματος», όταν αυτοί στηρίζονται αποκλειστικά σε μηχανισμούς αντιστάθμισης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούν να παρουσιάζουν ως ιδιαίτερο περιβαλλοντικό πλεονέκτημα χαρακτηριστικά που προβλέπονται ήδη από τη νομοθεσία και ισχύουν υποχρεωτικά για όλα τα προϊόντα μιας κατηγορίας.
Ενημέρωση καταναλωτών
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με τη διάρκεια ζωής των προϊόντων. Οι νέες διατάξεις απαγορεύουν ανακριβείς ή παραπλανητικές δηλώσεις για την ανθεκτικότητα και την επισκευασιμότητα, ενώ υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις να παρέχουν σαφείς πληροφορίες για τυχόν χαρακτηριστικά που περιορίζουν τον χρόνο χρήσης ενός προϊόντος.
Μέσα από τις παρεμβάσεις αυτές, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να ενισχύσει τη διαφάνεια στην αγορά και να διαμορφώσει μια καταναλωτική κουλτούρα που θα ευνοεί την κυκλική οικονομία, τη βιώσιμη κατανάλωση και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Οι νέοι κανόνες θα τεθούν σε εφαρμογή από τις 27 Σεπτεμβρίου 2026.
Την ίδια στιγμή, προωθείται και η εφαρμογή της Οδηγίας 2024/1799, η οποία θεσμοθετεί το «δικαίωμα στην επισκευή» και ενισχύει τη δυνατότητα των καταναλωτών να επισκευάζουν τα προϊόντα τους αντί να τα αντικαθιστούν πρόωρα. Στόχος είναι ο περιορισμός των αποβλήτων και της υπερκατανάλωσης, μέσω της παράτασης του κύκλου ζωής των προϊόντων.
Στο πλαίσιο αυτό, οι πωλητές θα υποχρεούνται να ενημερώνουν τους καταναλωτές για το δικαίωμά τους να επιλέξουν ανάμεσα στην επισκευή και την αντικατάσταση ενός προϊόντος, καθώς και για τις σχετικές εγγυήσεις και τις προθεσμίες παραγραφής.
Οι νέες διατάξεις αφορούν ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, μεταξύ των οποίων πλυντήρια και στεγνωτήρια ρούχων, πλυντήρια πιάτων, ψυγεία, τηλεοράσεις και οθόνες, ηλεκτρικές σκούπες, κινητά τηλέφωνα, ασύρματα τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και tablets, εξοπλισμό αποθήκευσης δεδομένων, servers και εξοπλισμό συγκόλλησης.