Περιορισμένα περιθώρια άμεσης αποκλιμάκωσης των τιμών, αλλά και ενδείξεις για μια ευρύτερη επαναπροσέγγιση ΗΠΑ – Ρωσίας στον ενεργειακό τομέα, διακρίνουν πίσω από τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ δύο ειδικοί που μιλούν στο EnergyMag. Ο διεθνής δικηγόρος και ειδικός σε θέματα ενέργειας Ορέστης Ομράν και ο καθηγητής Ενεργειακής Πολιτικής και Senior Fellow στο Atlantic Council, Charles Ellinas, εξηγούν γιατί οι ποσότητες που ανακοινώθηκαν δύσκολα θα αλλάξουν άμεσα την εικόνα της αγοράς, αλλά και ποιες εξελίξεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη μείωση των τιμών.
Περισσότερα από μια προσπάθεια συγκράτησης των τιμών των καυσίμων φαίνεται να κρύβει η συμφωνία που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την επανένταξη ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στη διεθνή αγορά. Με την ενεργειακή κρίση να συνεχίζει να πιέζει τις οικονομίες και το κόστος των καυσίμων να παραμένει υψηλό, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ενισχύσει την προσφορά, ανοίγοντας παράλληλα ένα νέο πεδίο συνεννόησης με τη Μόσχα.
Ωστόσο, το πραγματικό βάρος της συμφωνίας δεν βρίσκεται απαραίτητα στους πρώτους τόνους ντίζελ που θα διατεθούν στην αγορά. Όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις ειδικών που μίλησαν στο EnergyMag, οι ανακοινωθείσες ποσότητες είναι μικρές σε σχέση με τις ανάγκες της κατανάλωσης, ενώ σημαντικά ερωτήματα παραμένουν για την παραγωγική δυνατότητα της Ρωσίας και τη διάρκεια της αμερικανικής εξαίρεσης από τις κυρώσεις.
Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της χρονικής συγκυρίας, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με τις οικονομικές συνέπειες των υψηλών τιμών ενέργειας, ενώ στο διπλωματικό πεδίο βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις που συνδέουν την ενέργεια με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ορ. Ομράν: Οι ποσότητες δεν καλύπτουν ούτε μία ημέρα αμερικανικής κατανάλωσης
Την πολιτική διάσταση της συμφωνίας αναδεικνύει, μιλώντας στο EnergyMag, ο διεθνής δικηγόρος και ειδικός σε θέματα ενέργειας, Ορέστης Ομράν, συνδέοντας την απόφαση του Αμερικανού προέδρου με την πίεση που δέχεται στο εσωτερικό των ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Όπως εξηγεί, η αύξηση των τιμών του ντίζελ έχει δημιουργήσει σημαντικό πολιτικό κόστος για την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία αναζητά τρόπους να περιορίσει τις επιβαρύνσεις για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.
«Ο Τραμπ προχώρησε σε αυτή τη συμφωνία γιατί πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές και θέλει να μειωθούν οι τιμές στην εσωτερική αγορά, καθώς δέχεται έντονη κριτική για τη μεγάλη αύξηση του ντίζελ», επισημαίνει ο κ. Ομράν.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, αφορά το κατά πόσο οι ποσότητες που εξασφαλίστηκαν μπορούν πράγματι να επηρεάσουν τις τιμές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρώτη παρτίδα αντιστοιχεί σε περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια, όταν η ημερήσια κατανάλωση ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες υπολογίζεται σε 3,8 εκατομμύρια βαρέλια.
«Η πρώτη ποσότητα δεν επαρκεί ούτε για μία ημέρα αμερικανικής κατανάλωσης. Επομένως, υπάρχει εύλογη αμφιβολία για το κατά πόσο μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς και να προκαλέσει ουσιαστική μείωση των τιμών», σημειώνει.
Παρά το περιορισμένο μέγεθος των πρώτων παραδόσεων, ο ίδιος εκτιμά ότι η συμφωνία δεν πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά με βάση τα άμεσα αποτελέσματά της. Αντίθετα, θεωρεί ότι ενδέχεται να αποτελεί την αφετηρία μιας πιο μακροχρόνιας ενεργειακής συνεργασίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη χρονική διάρκεια της αμερικανικής άδειας για τις συναλλαγές ρωσικού ντίζελ, η οποία, όπως αναφέρει, εκτείνεται έως τον Απρίλιο του 2027.
Η διάρκεια αυτή, σύμφωνα με την εκτίμησή του, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ακολουθήσουν μεγαλύτερες ποσότητες τους επόμενους μήνες, εφόσον το επιτρέψουν οι παραγωγικές δυνατότητες της Ρωσίας.
Το πρόβλημα των ρωσικών διυλιστηρίων και η ευρωπαϊκή αγορά
Ένας ακόμη παράγοντας που περιορίζει τις προσδοκίες είναι η κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων, αρκετά από τα οποία έχουν υποστεί ζημιές από ουκρανικές επιθέσεις.
Ο Ορέστης Ομράν εκτιμά ότι η σταδιακή αύξηση των συμφωνημένων ποσοτήτων ενδέχεται να σχετίζεται ακριβώς με την αβεβαιότητα για τη δυνατότητα της Ρωσίας να διυλίζει και να εξάγει μεγαλύτερους όγκους καυσίμων.
«Δεν γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή ποια είναι η πραγματική δυνατότητα διύλισης της Ρωσίας, καθώς αρκετά διυλιστήρια έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές. Ενδεχομένως αυτός να είναι και ο λόγος που οι ποσότητες της συμφωνίας αυξάνονται σταδιακά», αναφέρει.
Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, ο ίδιος εμφανίζεται επιφυλακτικός για το ενδεχόμενο να υπάρξει άμεσο και ουσιαστικό όφελος από τη συμφωνία.
Όπως εξηγεί, ακόμη και αν δημιουργηθούν έμμεσες εμπορικές ροές προς την ευρωπαϊκή αγορά, θα απαιτηθούν σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες προκειμένου να επηρεαστούν αισθητά οι τιμές.
«Δεν θεωρώ ότι η συμφωνία, με τα σημερινά δεδομένα, θα επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή αγορά. Για να υπάρξει πραγματική αποκλιμάκωση θα πρέπει να μιλάμε για πολύ μεγαλύτερους όγκους ντίζελ, οι οποίοι προς το παρόν δεν φαίνεται να είναι διαθέσιμοι», τονίζει.
Charles Ellinas: Η συμφωνία συνδέεται με ευρύτερες ενεργειακές διαπραγματεύσεις
Κατά τον καθηγητή Ενεργειακής Πολιτικής και Senior Fellow στο Atlantic Council, Charles Ellinas, η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο ευρύτερων ενεργειακών και εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας, οι οποίες ενδέχεται να συνδέονται και με τις προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
«Παρόλο που η επίδραση στις τιμές θα είναι σχετικά μικρή, η συμφωνία για το ντίζελ αποτελεί μέρος ευρύτερων ενεργειακών και εμπορικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες αποσκοπούν στη σύνδεση οικονομικών κινήτρων με μια ενδεχόμενη ειρηνευτική διαδικασία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία», επισημαίνει ο κ. Έλληνας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του σε δύο ακόμη ενεργειακά ζητήματα που βρίσκονται στο τραπέζι των συζητήσεων: τα διεθνή περιουσιακά στοιχεία της Lukoil και την πιθανότητα επαναλειτουργίας των αγωγών φυσικού αερίου Nord Stream.
Όπως εξηγεί, η προσωρινή αναστολή των κυρώσεων για το ντίζελ εξελίσσεται παράλληλα με συζητήσεις οικονομικού αντικειμένου πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν ευρύτερα τις ενεργειακές σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση.
Η σύνδεση αυτών των ζητημάτων δείχνει ότι η ενεργειακή διάσταση των επαφών Ουάσιγκτον – Μόσχας ενδέχεται να ξεπερνά κατά πολύ τη συγκεκριμένη συμφωνία για τις εξαγωγές ντίζελ.
Τα στρατηγικά αποθέματα και οι προϋποθέσεις για μεγαλύτερη πτώση των τιμών
Πέρα από τη ρωσική προσφορά, ο Charles Ellinas επισημαίνει ότι υπάρχουν και άλλες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συνδυαστικά προς την κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αποδέσμευση ευρωπαϊκών στρατηγικών αποθεμάτων και ειδικότερα η διάθεση αποθεμάτων ντίζελ από τη Γαλλία και τη Γερμανία.
Η ταυτόχρονη αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων από διαφορετικές πηγές θα μπορούσε, σύμφωνα με την εκτίμησή του, να δημιουργήσει μεγαλύτερη πίεση προς τα κάτω στις διεθνείς τιμές από εκείνη που μπορεί να προκαλέσει από μόνη της η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν.
«Αναμένεται ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν σε πιο αισθητά επίπεδα, αλλά ίσως όχι για μεγάλο χρονικό διάστημα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Για να αποκτήσει διάρκεια μια τέτοια αποκλιμάκωση, ο ίδιος θεωρεί καθοριστικές δύο εξελίξεις: τον τερματισμό των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Η αποκατάσταση της λειτουργίας των ρωσικών διυλιστηρίων θα μπορούσε να ενισχύσει την παραγωγή και τις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων, ενώ η ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θα περιόριζε τις πιέσεις στον παγκόσμιο εφοδιασμό και στο κόστος μεταφοράς.
Σε διαφορετική περίπτωση, ακόμη και μια πρόσκαιρη υποχώρηση των τιμών ενδέχεται να αποδειχθεί εύθραυστη, καθώς οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι εξακολουθούν να επηρεάζουν τις ενεργειακές αγορές.
Η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν αποτελεί, επομένως, ένα πρώτο βήμα προς την ενίσχυση της προσφοράς, χωρίς να διασφαλίζει από μόνη της ουσιαστική και διατηρήσιμη μείωση των τιμών. Το εάν θα εξελιχθεί σε μια παρέμβαση με μεγαλύτερο οικονομικό αποτύπωμα θα εξαρτηθεί τόσο από τις επόμενες ποσότητες ρωσικού ντίζελ όσο και από τις διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις που θα καθορίσουν την πορεία της διεθνούς ενεργειακής αγοράς.