Η Μόσχα σχεδιάζει να διατηρήσει έως τις 31 Οκτωβρίου την απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ από τις ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες, σύμφωνα με το TASS. Η ισχύουσα απαγόρευση λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου. Η παράταση, όπως μεταδίδουν ρωσικά μέσα, συνδέεται με την ανάγκη να διασφαλιστεί η επάρκεια καυσίμων στο εσωτερικό και να ενισχυθούν τα αποθέματα πριν από την έναρξη της χειμερινής περιόδου.
Η απόφαση δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί σε νέα επίσημη κυβερνητική πράξη. Στα τέλη Αυγούστου η ρωσική κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ότι παρατείνει έως τις 30 Σεπτεμβρίου τον περιορισμό για το ντίζελ, το ναυτιλιακό καύσιμο και τα gas oils που εξάγουν απευθείας οι παραγωγοί. Επομένως, η είδηση αφορά τον σχεδιασμό για νέα παράταση, όχι ακόμη την τυπική δημοσίευση της σχετικής απόφασης.
Η εγχώρια αγορά παραμένει η προτεραιότητα
Η απαγόρευση εντάσσεται σε μια προσπάθεια της ρωσικής κυβέρνησης να συγκρατήσει τις πιέσεις στην εσωτερική αγορά καυσίμων. Οι επιθέσεις ουκρανικών drones σε διυλιστήρια έχουν προκαλέσει διακοπές λειτουργίας και έκτακτες εργασίες συντήρησης, περιορίζοντας την παραγωγή. Παράλληλα, οι ελλείψεις που έχουν εμφανιστεί σε ορισμένες περιοχές έχουν εντείνει την ανάγκη να παραμένουν μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμων στη χώρα.
Η εξασφάλιση των εγχώριων προμηθειών αποκτά μεγαλύτερη σημασία ενόψει του χειμώνα, όταν αυξάνεται η ζήτηση για καύσιμα θέρμανσης και μεταφορών. Η Μόσχα έχει επιβάλει και άλλους περιορισμούς στις εξαγωγές: για το ντίζελ που διακινούν μη παραγωγοί, καθώς και για τη βενζίνη, ισχύουν χωριστά μέτρα. Οι περιορισμοί αυτοί δεν πρέπει να συγχέονται με τη συγκεκριμένη παράταση, η οποία αφορά τις εξαγωγές ντίζελ από τους ίδιους τους παραγωγούς.
Πρόσθετη πίεση σε μια ήδη σφιχτή αγορά
Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διεθνή αγορά. Οι τιμές των συμβολαίων ντίζελ στην Ευρώπη έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και έχουν υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με την αρχή του 2026. Την ίδια ώρα, οι αποστολές ντίζελ από τη Μέση Ανατολή μειώθηκαν περίπου στο μισό από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο, ενώ τα διυλιστήρια διεθνώς λειτουργούν κοντά στα όρια της δυναμικότητάς τους.
Η Ρωσία ήταν πριν από την απαγόρευση ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ντίζελ στον κόσμο, με σημαντικές ποσότητες να κατευθύνονται σε αγορές όπως η Τουρκία και η Βραζιλία. Η απώλεια αυτών των φορτίων δεν σημαίνει ότι κάθε ποσότητα θα λείψει αυτούσια από την παγκόσμια αγορά: οι αγοραστές αναζητούν προμήθειες από άλλες χώρες. Η ανακατεύθυνση, όμως, αυξάνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία και μπορεί να ανεβάσει το κόστος προμήθειας. Η Τουρκία, για παράδειγμα, αύξησε τον Αύγουστο τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ και την Ινδία, καθώς μειώθηκαν οι ρωσικές προμήθειες.
Για την Ευρώπη, η επίπτωση είναι κυρίως έμμεση. Οι κυρώσεις έχουν περιορίσει τις απευθείας εισαγωγές ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων, όμως το ντίζελ διακινείται σε μια διεθνή αγορά όπου οι αγοραστές ανταγωνίζονται για τα ίδια διαθέσιμα φορτία. Έτσι, η απουσία ρωσικών ποσοτήτων μπορεί να πιέσει τις τιμές και να επιβαρύνει το κόστος εισαγωγών, ακόμη και χωρίς άμεσες αγορές από τη Ρωσία.
Το ντίζελ στο επίκεντρο της ενεργειακής ασφάλειας
Η παράταση της ρωσικής απαγόρευσης προστίθεται σε ένα ευρύτερο πρόβλημα: η παγκόσμια αγορά διαθέτει περιορισμένα περιθώρια για να αυξήσει γρήγορα την παραγωγή ντίζελ. Τυχόν νέα διακοπή σε διυλιστήριο ή περαιτέρω περιορισμός εξαγωγών μπορεί να επιβαρύνει τις τιμές σε μια περίοδο κατά την οποία τα αποθέματα είναι χαμηλά και η ζήτηση αυξάνεται ενόψει του χειμώνα. Αναλυτές εκτιμούν ότι η στενότητα στην προσφορά μπορεί να διατηρηθεί και το 2027.
Η εξέλιξη αναδεικνύει και τη διαφορά ανάμεσα στην επάρκεια αργού πετρελαίου και στην επάρκεια έτοιμων καυσίμων. Ακόμη και όταν υπάρχει διαθέσιμο αργό, η αγορά χρειάζεται διυλιστήρια με διαθέσιμη δυναμικότητα για να το μετατρέψει σε ντίζελ. Σε μια αγορά που ήδη πιέζεται, η απουσία ενός μεγάλου εξαγωγέα περιορίζει τις εναλλακτικές και ενισχύει τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων στην αντλία και στο κόστος των μεταφορών.