Ισχυρή επενδυτική δυναμική στην αποθήκευση ενέργειας μέσω μπαταριών εμφανίζει η Ελλάδα, η οποία κατατάσσεται στην έκτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ως προς το pipeline έργων. Ωστόσο, η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα έργα που σχεδιάζονται και σε εκείνα που έχουν ήδη υλοποιηθεί παραμένει εμφανής. Έτσι, από τα 27 GW του pipeline, μόλις 0,7 GW βρίσκονται σήμερα σε λειτουργία.Τα στοιχεία προκύπτουν από το Power Barometer 2026 της Eurelectric, ενώ ενδεικτική είναι η σύγκριση με τη γειτονική Βουλγαρία, όπου η εγκατεστημένη ισχύς μπαταριών ανέρχεται ήδη σε περίπου 5,4 GW.
Οι ΑΠΕ και οι περικοπές
Κι αυτό την ώρα που ιστορικό υψηλό με 3,312 GWh κατέγραψαν οι ΑΠΕ τον Αύγουστο, όπως αναφέρει το Green Tank στη μηνιαία του έκθεση για την ηλεκτροπαραγωγή. Παράλληλα, με βάση τη μελέτη, οι περικοπές από ΑΠΕ τον Αύγουστο εκτιμώνται στις 158.6 GWh (ή 4.6% της συνολικής παραγωγής ΑΠΕ), αυξημένες κατά 9.5% συγκριτικά με τον Ιούλιο αλλά μειωμένες συγκριτικά με αυτές του Αυγούστου 2025 (231 GWh). Αθροιστικά για το πρώτο οκτάμηνο του 2026, οι συνολικές περικοπές ΑΠΕ εκτιμώνται στις 1,905 GWh (ή 8.1% της συνολικής παραγωγής ΑΠΕ), ξεπερνώντας αυτές ολόκληρου του 2025 (1,867 GWh), καθώς και το σύνολο της ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη το 2026, ενώ ήταν 17.9% υψηλότερες σε σχέση με τις περικοπές του οκταμήνου του 2025.
Παράλληλα, με βάση την ανάλυση τον Αύγουστο 2026, ανεβαίνει ο ρόλος των συστημάτων αποθήκευσης, παρά το γεγονός ότι η εγκατεστημένη ισχύς των αυτόνομων συστημάτων αποθήκευσης (standalone) που έχουν τεθεί σε λειτουργία παρέμεινε η ίδια σε σχέση με αυτή του Ιουλίου (600.18 MW).
Σύμφωνα με τις προβλέψεις ISP2 και ISP3 που εμφανίζονται στις επιλύσεις ISP2 και ISP3 του ΑΔΜΗΕ, τον Αύγουστο οι μπαταρίες απορρόφησαν 51.6 GWh και απέδωσαν στο σύστημα 44.9 GWh. Οι ίδιες προβλέψεις δείχνουν ότι απορροφήσεις 22.8 GWh έγιναν σε ώρες που δεν υπήρχαν περικοπές ΑΠΕ. Δεδομένου ότι οι συνολικές περικοπές του Αυγούστου ήταν 158.6 GWh, προκύπτει ότι οι εγκατεστημένες μπαταρίες απέτρεψαν το 15.4% των περικοπών ΑΠΕ χάρη στην απορρόφηση 28.8 GWh που αλλιώς θα περικόπτονταν, ενώ η χρήση αερίου περιορίστηκε κατά 1.96% λόγω της έγχυσης κατά τις βραδινές ώρες (44.9 GWh). Αθροιστικά από τον Απρίλιο 2026 που τέθηκαν σε λειτουργία οι πρώτες μπαταρίες έως και τον Αύγουστο, οι μπαταρίες απορρόφησαν 121.8 GWh, εκ των οποίων οι 43.5 GWh σε ώρες χωρίς περικοπές ΑΠΕ, ενώ απέδωσαν στο σύστημα 106.4 GWh. Ως εκ τούτου, απέτρεψαν το 5% των συνολικών περικοπών αυτής της περιόδου, ενώ παράλληλα περιόρισαν τη χρήση αερίου για ηλεκτροπαραγωγή κατά μόλις 1.2%. Παρά τη συνεχιζόμενη πρόοδο που παρατηρείται από τον Ιούλιο, τα στοιχεία αναδεικνύουν την ανάγκη επιτάχυνσης της εγκατάστασης συστημάτων αποθήκευσης.
Η κατάταξη
Στο μεταξύ, με βάση τη Eurelectric, σε επίπεδο σχεδιαζόμενων έργων, στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται η Γερμανία με pipeline 480 GW. Ακολουθούν η Ιταλία με 277 GW, η Πολωνία με 83 GW, η Ολλανδία με 60 GW και η Ισπανία με 37 GW. Η Ελλάδα, με 27 GW, συμπληρώνει την πρώτη εξάδα.
Στο φόντο αυτό η Eurelectric, ο ευρωπαϊκός φορέας των εταιρειών ηλεκτρισμού, επισημαίνει την ανάγκη να επιταχυνθεί η ανάπτυξη της αποθήκευσης και να ενισχυθεί η ευελιξία των δικτύων. Η ανάγκη αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον νέων πιέσεων στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού από την άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου.
Όπως υπογραμμίζει η έκθεση, η συνέχιση των επενδύσεων στην καθαρή ηλεκτροπαραγωγή, την αποθήκευση και τις τεχνολογίες ευελιξίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για να περιοριστεί περαιτέρω η επίδραση των διακυμάνσεων στις τιμές του φυσικού αερίου στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.
Μεγάλο το κενό από τον στόχο του 2030
Παρά την αυξημένη επενδυτική κινητικότητα, η Ευρώπη, όπως αναφέρει η Eurelectric, εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά μακριά από τον στόχο που έχει τεθεί για την αποθήκευση ενέργειας. Η εγκατεστημένη ισχύς συστημάτων αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας έφτασε τα 64 GW το 2025, ενώ, εφόσον προστεθούν και τα 78 GW έργων που βρίσκονται στον σχεδιασμό, η συνολική ισχύς παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον στόχο των 200 GW για το 2030.
Η ανάγκη για περισσότερη αποθήκευση γίνεται ακόμη πιο έντονη καθώς η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Η υψηλή παραγωγή από φωτοβολταϊκά κατά τις ώρες έντονης ηλιοφάνειας δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερη ανάγκη μεταφοράς της διαθέσιμης ενέργειας σε ώρες κατά τις οποίες η ζήτηση είναι υψηλότερη και η ηλιακή παραγωγή έχει υποχωρήσει.
Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Ιούλιο του 2026 η ηλιακή παραγωγή στην Ευρώπη ξεπέρασε τις 55 TWh, αυξημένη κατά 65% σε σύγκριση με τον Ιούλιο δύο χρόνια νωρίτερα. Σε συνδυασμό με την αιολική παραγωγή, οι μεταβλητές ΑΠΕ ξεπέρασαν τις 90 TWh, με το συνολικό τους μερίδιο στην ηλεκτροπαραγωγή της ΕΕ να προσεγγίζει το 40%.
Οι βραδινές ώρες φέρνουν ξανά πιέσεις
Όπως αναφέρεται, η ενίσχυση των ΑΠΕ έχει ήδη βελτιώσει την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος απέναντι στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών των καυσίμων. Οι τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τα ιστορικά υψηλά της ενεργειακής κρίσης του 2022, παρά την εκ νέου άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου.
Ωστόσο, κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026 καταγράφηκαν νέες ανοδικές πιέσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές, ιδιαίτερα κατά τις βραδινές ώρες αιχμής, όταν η ηλιακή παραγωγή μειώνεται σημαντικά.
Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, οι υψηλότερες τιμές του φυσικού αερίου, οι περιορισμοί στην πυρηνική παραγωγή λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, καθώς και η μειωμένη υδροηλεκτρική παραγωγή.
Σε αυτό ακριβώς το χρονικό κενό μεταξύ της υψηλής και χαμηλού κόστους παραγωγής από ΑΠΕ και των ωρών αυξημένης ζήτησης αναδεικνύεται ο ρόλος των μπαταριών. Η αποθήκευση μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμος μηχανισμός εξισορρόπησης, απορροφώντας την πλεονάζουσα παραγωγή όταν αυτή είναι διαθέσιμη και αποδίδοντάς την στο δίκτυο όταν οι ανάγκες αυξάνονται.
Η Eurelectric υπογραμμίζει, ως εκ τούτου, ότι η περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ θα πρέπει να συνοδευτεί από επιτάχυνση των επενδύσεων όχι μόνο στην αποθήκευση, αλλά και στα δίκτυα και στις υπηρεσίες ευελιξίας. Στόχος είναι να μπορούν να ενσωματώνονται στο ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα μεγαλύτερες ποσότητες καθαρής ενέργειας, χωρίς να υπονομεύεται η ασφάλεια εφοδιασμού.