Δύο ενεργειακές συμφωνίες με δυνητικά μεγάλη επίδραση στην Ευρώπη φέρονται να συζητούν Αμερικανοί και Ρώσοι αξιωματούχοι: την είσοδο Αμερικανού επενδυτή στους αγωγούς Nord Stream και την πώληση του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil σε κοινοπραξία με αμερικανική και αραβική συμμετοχή. Οι επαφές εντάσσονται στην ευρύτερη προσπάθεια της Ουάσιγκτον να διαμορφώσει πλαίσιο συνεννόησης για τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά προς το παρόν παραμένουν σε επίπεδο διερεύνησης.
Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Reuters στις 8 Οκτωβρίου, στις συζητήσεις συμμετείχαν ο ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, και ο Κίριλ Ντμίτριεφ, στενός συνεργάτης του Βλαντίμιρ Πούτιν. Οι δύο τους έχουν συναντηθεί τις τελευταίες εβδομάδες στη Μόσχα και στη Νέα Υόρκη. Πέντε πηγές με γνώση των επαφών είπαν στο Reuters ότι το θέμα της εμπλοκής Αμερικανού επενδυτή στον Nord Stream παραμένει στην ατζέντα, χωρίς να είναι σαφές πόσο εκτενώς συζητήθηκε στις συναντήσεις τους.
Η προοπτική που εξετάζεται θα μπορούσε, θεωρητικά, να ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή ρωσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά μετά το τέλος του πολέμου. Ο Κούσνερ έχει υποστηρίξει την ιδέα ότι οι επιχειρηματικές συμφωνίες μπορούν να ενισχύσουν τα κίνητρα για ειρήνευση και να προσφέρουν οικονομικό όφελος στους εμπλεκόμενους. Ο Λευκός Οίκος, ωστόσο, έδωσε αντιφατικά μηνύματα: αξιωματούχος του δήλωσε ότι οποιαδήποτε συμφωνία με τη Ρωσία θα πρέπει να γίνει σε συνεννόηση με την αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Χρηματοδότησης Ανάπτυξης (DFC) και το υπουργείο Οικονομικών, και να αποφέρει όφελος σε Αμερικανούς φορολογουμένους και επιχειρήσεις. Ο ίδιος αξιωματούχος πρόσθεσε ότι δεν έχουν γίνει πρόσφατες συζητήσεις για τον Nord Stream.
Κυρώσεις, ζημιές και γερμανικό «όχι»
Οι πολιτικοί περιορισμοί είναι άμεσοι. Οι αγωγοί υπόκεινται σε αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις, οι οποίες καθιστούν παράνομη την επανεκκίνηση των ροών με το ισχύον πλαίσιο. Η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να τροποποιήσει ή να χαλαρώσει τις αμερικανικές κυρώσεις, αλλά αυτό δεν θα αρκούσε για να αρθούν οι ευρωπαϊκοί περιορισμοί ή για να εξασφαλιστεί η πολιτική αποδοχή στη Γερμανία.
Το Βερολίνο έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία του Nord Stream και ότι η χώρα έχει βρει εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Γερμανία προμηθευόταν μέσω των δύο αγωγών περισσότερο από το μισό φυσικό αέριό της. Οι ροές είχαν ήδη περιοριστεί από τη Μόσχα και οι αγωγοί τέθηκαν εκτός λειτουργίας μετά τις υποθαλάσσιες εκρήξεις του Σεπτεμβρίου 2022. Επομένως, ακόμη και αν άλλαζε το πολιτικό και κυρωτικό πλαίσιο, η αποκατάσταση της υποδομής θα απαιτούσε τεχνικές εργασίες και χρηματοδότηση.
Υπάρχει και ζήτημα ιδιοκτησίας. Η εταιρεία που ελέγχει το δίκτυο Nord Stream αναφέρεται ότι ανήκει κατά 51% στη Gazprom, ενώ το υπόλοιπο βρίσκεται στα χέρια γερμανικών, γαλλικών και ολλανδικών εταιρειών. Οι δύο Γερμανοί μέτοχοι φέρονται να επιδιώκουν να διατηρήσουν τις συμμετοχές τους, ώστε να μη χάσει η Γερμανία την επιρροή της σε περίπτωση πώλησης του μεριδίου της Gazprom. Η μεταβίβαση μετοχών, συνεπώς, δεν είναι υπόθεση αποκλειστικά Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η αντίδραση αναμένεται επίσης έντονη σε χώρες που θεωρούν την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία ζήτημα ασφάλειας. Η Πολωνία και οι Βαλτικές χώρες αντιτίθενται στην επιστροφή των ρωσικών ενεργειακών ροών. Στη Γερμανία, η κυβέρνηση απορρίπτει την επανεκκίνηση, ενώ η AfD υποστηρίζει την επαναφορά του ρωσικού αερίου. Γερμανός βουλευτής που συμμετείχε στη διαμόρφωση της ενεργειακής πολιτικής μετά την εισβολή προειδοποίησε ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να ενισχύσει τη Μόσχα ενώ συνεχίζεται ο πόλεμος.
Το δεύτερο σκέλος: τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Παράλληλα με τις συζητήσεις για τον Nord Stream, Κούσνερ και Ντμίτριεφ φέρονται να εξετάζουν την πώληση διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil, από διυλιστήρια έως πρατήρια καυσίμων. Σύμφωνα με τις πηγές του Reuters, ένα πιθανό σχήμα θα περιλάμβανε την DFC και επενδυτές από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τις αμερικανικές αρχές να αίρουν τις κυρώσεις που εμποδίζουν τη συναλλαγή. Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι οι Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ συνεργάστηκαν με την DFC για να διαπραγματευτούν σημαντική αρχική πληρωμή και συμμετοχή των ΗΠΑ στα κέρδη.
Η εικόνα, ωστόσο, μεταβλήθηκε μία ημέρα μετά το δημοσίευμα. Στις 9 Οκτωβρίου, η Carlyle δήλωσε ότι δεν επιδιώκει πλέον ενεργά συμφωνία για την εξαγορά των διεθνών assets της Lukoil. Η εταιρεία είχε συμφωνήσει αρχικά να αγοράσει το χαρτοφυλάκιο, με εξαίρεση τα περιουσιακά στοιχεία στο Καζακστάν, και βρισκόταν σε συζητήσεις για συμμετοχή επενδυτών από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και της DFC. Το χαρτοφυλάκιο είχε αποτιμηθεί αρχικά περίπου στα 22 δισ. δολάρια, ενώ είχε προσελκύσει ενδιαφέρον από τουλάχιστον δώδεκα υποψήφιους αγοραστές. Η αποχώρηση της Carlyle δεν ακυρώνει κατ’ ανάγκην το διαφορετικό σχήμα που περιγράφει το Reuters, αλλά υπογραμμίζει πόσο ρευστή παραμένει η διαδικασία.
Κοινός παρονομαστής των δύο υποθέσεων είναι η προσπάθεια να συνδεθεί η διπλωματία με την οικονομία: αμερικανικά κεφάλαια, συμμετοχή επενδυτών από τον Κόλπο και πιθανή αποκατάσταση ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία. Όμως, για τον Nord Stream απαιτούνται αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλαγή κυρώσεων, συμφωνία των μετόχων και αποκατάσταση των αγωγών. Για τη Lukoil απαιτείται ένα σχήμα εξαγοράς που θα εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές και θα αντιμετωπίσει το κρίσιμο ερώτημα πού θα καταλήξουν τα έσοδα της πώλησης.