Τις επόμενες ημέρες η Κρήτη αρχίζει να μπαίνει στη νέα ελαιοκομική περίοδο και μαζί με τη συγκομιδή επιστρέφει μια εικόνα βαθιά συνδεδεμένη με την ύπαιθρο του νησιού. Ελαιώνες καθαρίζονται, δέντρα κλαδεύονται και μεγάλες ποσότητες ξυλώδους φυτικής ύλης συγκεντρώνονται στα χωράφια. Λίγους μήνες αργότερα, στον ίδιο κύκλο θα προστεθούν τα κλαδέματα των αμπελιών και άλλων δενδρωδών καλλιεργειών.
Για τον παραγωγό πρόκειται για κατάλοιπα μιας αναγκαίας καλλιεργητικής εργασίας. Για την ενεργειακή επιστήμη, όμως, είναι βιομάζα και δυνητικά ένα τοπικό καύσιμο.
Σε ένα νησί με τόσο εκτεταμένη ελαιοκαλλιέργεια, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Κάθε χρόνο δημιουργούνται σημαντικές ποσότητες κλαδεμάτων οι οποίες, αντί να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως υλικό προς διαχείριση, μπορούν υπό συγκεκριμένες τεχνικές και οικονομικές προϋποθέσεις να μπουν σε μια οργανωμένη αλυσίδα παραγωγής ενέργειας.
Η διαδικασία ξεκινά από τη συλλογή και τον θρυμματισμό και συνεχίζεται με την κατάλληλη ξήρανση, ώστε να περιοριστεί η υγρασία. Το επεξεργασμένο υλικό μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί σε κατάλληλα συστήματα βιομάζας ή, μετά από περαιτέρω επεξεργασία, να αποτελέσει πρώτη ύλη για στερεά βιοκαύσιμα.
Εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα. Το γεγονός ότι ένα λιόκλαδο περιέχει αξιοποιήσιμη ενέργεια δεν σημαίνει αυτομάτως ότι συμφέρει να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο. Στην εξίσωση μπαίνουν η συλλογή, ο θρυμματισμός, η ξήρανση, η αποθήκευση και κυρίως η μεταφορά. Τα ακατέργαστα κλαδιά καταλαμβάνουν μεγάλο όγκο και όσο αυξάνεται η απόσταση μεταφοράς τόσο περιορίζεται το οικονομικό και ενεργειακό όφελος.
Ακριβώς αυτή τη διάσταση είχε αναδείξει μιλώντας στο παρελθόν για την Κρήτη ο μηχανολόγος μηχανικός και καθηγητής του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου Δημήτρης Χρηστάκης. Όπως είχε επισημάνει, «τα γεωργικά κατάλοιπα της ελαιοκαλλιέργειας στην Κρήτη είναι πολύ περισσότερα απ’ ό,τι είναι τα κλήματα», υπογραμμίζοντας ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η οργανωμένη διαχείρισή τους.
Ο ίδιος είχε θέσει και την ουσιαστική προϋπόθεση για να μπορεί να σταθεί οικονομικά ένα τέτοιο εγχείρημα. «Χρειάζεται μεγάλης κλίμακας δομή», είχε τονίσει, εξηγώντας ότι απαιτούνται εκτάσεις για την ξήρανση του υλικού, προσωπικό για τη συλλογή του και κυρίως μεγάλες ποσότητες βιομάζας. Η λογική που είχε περιγράψει οδηγεί σε ένα συνεταιριστικό ή άλλο οργανωμένο σχήμα, το οποίο θα συγκεντρώνει πρώτη ύλη από πολλούς παραγωγούς.
Ιδιαίτερη σημασία είχε αποδώσει και στον θρυμματισμό. Η επεξεργασία των κλαδιών κοντά στο χωράφι μειώνει τον όγκο τους και μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τα δεδομένα της μεταφοράς. Μάλιστα, είχε περιγράψει ως πιθανό μοντέλο μια επιχείρηση που θα διαθέτει θρυμματιστές στους αγρότες και στη συνέχεια θα παραλαμβάνει το θρυμματισμένο υλικό για περαιτέρω επεξεργασία.
Σε τούτο το σημείο βρίσκεται ίσως και το κλειδί για την Κρήτη. Η αγροτική βιομάζα έχει πρωτίστως τοπική λογική. Θρυμματισμός κοντά στο χωράφι, οργανωμένη συγκέντρωση της πρώτης ύλης και ενεργειακή αξιοποίησή της χωρίς μεγάλες αποστάσεις μεταφοράς.
Ένας παραγωγός μόνος του δύσκολα μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια αλυσίδα. Όταν όμως στην ίδια γεωγραφική ζώνη υπάρχουν χιλιάδες στρέμματα ελαιώνων, η εικόνα αλλάζει. Οι ποσότητες αυξάνονται, δημιουργούνται οικονομίες κλίμακας και ένα γεωργικό υπόλειμμα αρχίζει να αποκτά διαφορετική αξία.
Η παραγόμενη θερμότητα θα μπορούσε, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και εφόσον αποδεικνύεται τεχνικά και οικονομικά βιώσιμο, να αξιοποιηθεί σε ελαιουργεία, θερμοκήπια, μονάδες μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, δημόσια κτίρια ή ακόμη και μικρά τοπικά δίκτυα θέρμανσης.
Παράλληλα, υπάρχει μια κρίσιμη περιβαλλοντική παράμετρος. Βιομάζα δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη καύση. Απαιτούνται σύγχρονα συστήματα, κατάλληλη ποιότητα καυσίμου και έλεγχος των εκπομπών. Επιπλέον, μέρος της φυτικής ύλης έχει αξία για το ίδιο το έδαφος. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι να εξαφανιστεί κάθε κλαδί από τον ελαιώνα, αλλά να προσδιοριστεί ποιο μέρος των υπολειμμάτων μπορεί να αξιοποιηθεί ενεργειακά χωρίς να διαταράσσεται η γονιμότητα του εδάφους.
Τώρα που η Κρήτη μπαίνει ξανά στους ελαιώνες της, μαζί με τον καρπό έρχεται στην επιφάνεια και μια δεύτερη, σχεδόν αθέατη παραγωγή. Είναι οι μεγάλες ποσότητες ξυλώδους βιομάζας που αφήνει πίσω της κάθε ελαιοκομική περίοδος και οι οποίες, λίγους μήνες αργότερα, θα αυξηθούν με τα κλαδέματα των αμπελιών.
Εκεί βρίσκεται και το ενεργειακό στοίχημα. Όχι στο αν ένα λιόκλαδο μπορεί να δώσει θερμότητα – αυτό είναι γνωστό – αλλά στο αν η Κρήτη μπορεί να οργανώσει τη συλλογή, τον θρυμματισμό και την αξιοποίησή του σε κλίμακα που να έχει οικονομικό και ενεργειακό αποτύπωμα. Γιατί αυτό που σήμερα μένει στο χωράφι ως υπόλειμμα, αύριο μπορεί να αποτελεί τοπικό καύσιμο. Και σε ένα νησί που αναζητά περισσότερη ενεργειακή αυτονομία, αυτή είναι μια πρώτη ύλη που δύσκολα μπορεί να περνά απαρατήρητη.