Το ενεργειακό κόστος, οι επενδύσεις και η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με τον εκτελεστικό πρόεδρο της Metlen Energy & Metals, Ευάγγελο Μυτιληναίο.
Με αφορμή την ομιλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την Κατάσταση της Ένωσης, ο κ. Μυτιληναίος επισημαίνει ότι το βιομηχανικό μέλλον της Ευρώπης δεν θα καθοριστεί μόνο από τη φιλοδοξία των στρατηγικών στόχων, αλλά κυρίως από την ικανότητα της ΕΕ να τους μετατρέψει σε πραγματικές επενδύσεις και παραγωγικές δυνατότητες.
Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτηρίζει θετική την πρόταση για τη δημιουργία ευρωπαϊκού φορέα για τις κρίσιμες πρώτες ύλες, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξελιχθεί σε ουσιαστικό βιομηχανικό εργαλείο.
Η εξάρτηση της Ευρώπης από τρίτες χώρες
Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τρίτες χώρες για πολλές από τις πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για την ενεργειακή μετάβαση, τις ψηφιακές τεχνολογίες, την άμυνα και τη σύγχρονη μεταποίηση.
Όπως επισημαίνει ο κ. Μυτιληναίος, η πρόκληση πλέον είναι να περάσει η Ευρώπη από τον εντοπισμό των ευάλωτων σημείων στη δημιουργία πραγματικών παραγωγικών δυνατοτήτων.
Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, προϋποθέτει τη στήριξη ώριμων ευρωπαϊκών έργων εξόρυξης, διύλισης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης, αλλά και τη δημιουργία διαφοροποιημένων συνεργασιών με αξιόπιστους προμηθευτές. Στόχος θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση ελκυστικών συνθηκών για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας.
Παράλληλα, η στρατηγική αυτονομία, οι κρίσιμες πρώτες ύλες, οι μπαταρίες, η τεχνητή νοημοσύνη, οι αμυντικές τεχνολογίες και η βιομηχανική απανθρακοποίηση απαιτούν πρωτοφανή επίπεδα κεφαλαιακών επενδύσεων.
Ωστόσο, οι επενδυτικές αποφάσεις λαμβάνονται τελικά με βάση τα οικονομικά δεδομένα και, όπως υπογραμμίζει ο εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen, «ίσως το πιο κρίσιμο από αυτά τα δεδομένα είναι η ενέργεια».
Η ενέργεια στο επίκεντρο της ανταγωνιστικότητας
Ο κ. Μυτιληναίος αναγνωρίζει ότι ο μακροπρόθεσμος στόχος της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτησή της από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, να αυξήσει την πυρηνική και την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ και να ενισχύσει τις ενεργειακές υποδομές κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι «το τελικό αποτέλεσμα και η μετάβαση δεν είναι το ίδιο πράγμα».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να καταναλώνει περίπου 450 εκατ. τόνους πετρελαίου και περίπου 340 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως. Ακόμη και με βάση τις βασικές προβλέψεις, οι ποσότητες αυτές θα παραμείνουν σημαντικές έως το 2030 και το 2035.
Ως εκ τούτου, για αρκετά ακόμη χρόνια οι υδρογονάνθρακες θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, τις τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας και τους ενεργειακούς λογαριασμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται επενδύσεις
Αναφερόμενος στην έκθεση του Μάριο Ντράγκι, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος υπογραμμίζει ότι τα πλήρη οφέλη της καθαρής μετάβασης για την ανταγωνιστικότητα θα γίνουν αισθητά μόνο όταν ολοκληρωθούν και ενσωματωθούν στο ενεργειακό σύστημα οι απαραίτητες επενδύσεις σε καθαρή ηλεκτροπαραγωγή, δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία.
Κατά συνέπεια, η Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει να διαμορφωθεί πρώτα το ενεργειακό σύστημα του μέλλοντος και στη συνέχεια να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας.
«Χρειαζόμαστε μια στρατηγική για την ίδια τη μετάβαση», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Στο επίκεντρο της πρότασής του βρίσκεται η ανάγκη για μια πραγματικά ευρωπαϊκή απάντηση στην ενεργειακή πρόκληση. Όπως εξηγεί, δεν αρκεί ένα «μωσαϊκό» εθνικών μέτρων, τα οποία είναι διαθέσιμα κυρίως στα κράτη-μέλη με τη μεγαλύτερη δημοσιονομική δυνατότητα.
Αντίθετα, απαιτούνται κοινές ευρωπαϊκές λύσεις, με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, οι οποίες θα διατηρούν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας όσο η ενεργειακή μετάβαση βρίσκεται σε εξέλιξη.
Η θέση του είναι ότι η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως το όφελος που θα προκύψει στο τέλος της πράσινης μετάβασης, αλλά ως βασική προϋπόθεση για να μπορέσει η ίδια η μετάβαση να πραγματοποιηθεί.
«Η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα δεν είναι η ανταμοιβή στο τέλος της μετάβασης. Είναι αυτή που επιτρέπει στη μετάβαση να πραγματοποιηθεί εξαρχής», καταλήγει ο κ. Μυτιληναίος.